Thursday, June 18, 2009

Μπαίνει ένα φως,χρώμα ουίσκυ,απ'τις κουρτίνες

Είναι όμορφα τ'απογεύματα στο πάρκο.Κάθε μέρα κάνω έναν περίπατο εδώ αναζητώντας την ησυχία και τη δροσιά(ήτοι αναψυχή).Είναι αρκετοί οι περίοικοι που έρχονται για να περάσουν ευχάριστα τις ώρες του εσπερινού.Ορισμένοι κάθονται στα λιγοστά παγκάκια που κρύβουν τεχνηέντως οι φυλλωσιές,εντρυφώντας στην ανάγνωση κάποιου βιβλίου.Αυτούς τους τελευταίους δεν τους καταλαβαίνω.
Κανείς στίχος δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πληρότητα που προσφέρει η θέαση της Φύσης,να σε ταξιδέψει,όπως αυτή,τόσο μακριά από τον εαυτό σου.Ας είναι όμως και έτσι,αποτελούν άλλωστε ένα αρμονικό κομμάτι του θερινού σκηνικού μέσα στον κατάφυτο κήπο.
Καθώς επιστρέφω στο σπίτι λίγο πριν το σούρουπο,και πάντα από τον ίδιο δρόμο,μου τραβάει συνεχώς την προσοχή η ίδια εικόνα:Μια γερασμένη κυρία που κάθεται σαν το ξεχασμένο στάχυ στα σκαλοπάτια μιας πολυκατοικίας,χαζεύοντας την κίνηση στον δρόμο ενώ στο ρικνό της πρόσωπο διαγράφεται ένα παράπονο που μοιάζει παιδικό.
Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τους ηλικιωμένους σαν άχθη αρούρης,η κυρτωμένη τους παρουσία και μόνο εκπέμπει κάτι ενοχλητικό.Ασφαλώς και μερικοί από αυτούς,εφόσον το πορτοφόλι τους το επιτρέπει,θα προσπαθήσουν είτε να παρατείνουν τη νιότη τους είτε να "γυαλίσουν" με τις ευλογίες του Μάρκετινγκ,την ασημένια ηλικία,τοποθετώντας έτσι ένα ξυλαράκι πίσω από την κερκόπορτα του γήρατος.Αλλά και πάλι,μόλις αντικρίσουμε μια συμπεριφορά που δεν προσήκει στην ηλικία τους,αποστρέφουμε το βλέμμα.
Προτού δω τις σκέψεις μου να πνίγονται σε έναν πολιτικά ορθό ανθρωπισμό,με κατέβαλε ο φόβος.Πώς είναι να ζης χωρίς αυταπάτες,να βλέπεις τον μικρόκοσμο μέσα στον οποίο αναπνέεις να συρρικνώνεται διαρκώς,να νιώθεις το μαχαίρι του χρόνου να μπήγεται ολοένα και πιο βαθιά μέσα σου;
Προσπέρασα βιαστικά λιγάκι ντροπιασμένος,ενώ η γερόντισσα με το ευγενικό πρόσωπο έγειρε το κεφάλι της και,μοιάζοντας με φιγούρα του Μανουήλ Πανσέληνου,άρχισε να σιγοτραγουδά στο σύθαμπο.
Τα μάτια της άρχισαν και αυτά τότε να παίρνουν σιγά σιγά το χρώμα του δειλινού.

Friday, April 10, 2009

Άσε το ποτό να μπει

Ξεφυλλίζοντας περιοδικά για την Αθήνα και τις συνήθειές της μπορούμε να ανακαλύψουμε κρυμμένες γωνιές της που μέχρι τώρα δεν γνωρίζαμε και να περιηγηθούμε σε κοσμοβριθή στέκια,εισπνέοντας και πάλι τον αέρα τής συνάφειας.Καθώς τα διαβάζουμε,αποκομίζουμε την εντύπωση πως μια ατέλειωτη γιορτή λαμβάνει χώρα στην πόλη και εμείς,οι τυχεροί αναγνώστες,κρατάμε στα χέρια μας τις πολύτιμες προσκλήσεις.
Μόνο που υπάρχουν και ανθρώπινες μινιατούρες που δεν μετέχουν σε αυτό το διόραμα τής καλοπέρασης.Μοναχικοί,πένητες και αλαφροήσκιωτοι συχνάζουν σε μέρη που δεν αναφέρονται σε κανένα αφιέρωμα.Λόγω κάποιας ψυχικής συγγένειας αλλά και εξαιτίας της οικονομικής μου δυσπραγίας,αφήνω κάποιες φορές τα βήματά μου να με οδηγούν στα στέκια τους.
Ομολογώ πως μου λείπουν τα ποτήρια με το dry martini και το ιρλανδέζικο ουίσκυ πίσω από την τζαμαρία του Au revoir,τα pints τής "Guiness" με θέα την Ακρόπολη και τα καραφάκια στα ουζερί των Εξαρχείων,όμως δεν έχω παράπονο.Εξίσου απολαμβάνω το ποτό μου στα παγκάκια τού σταθμού Λαρίσης,κάτω από εκείνα τα φώτα που θυμίζουν Hopper.
Καθώς μάλιστα ο καιρός ευδιάζει και τα βράδια αρχίζουν να γλυκαίνουν,μου αρέσει να χαζεύω την κίνηση τού κόσμου στην αποβάθρα,προσπαθώντας να νιώσω για λίγο τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους,σαν ένα μικρό παιδί που πασχίζει να κόψει από κλαδί νεραντζιάς ένα λεπτό άνθος για να το μυρίσει όμως το βραχύ κορμάκι του δεν του το επιτρέπει.
Έτσι κι απόψε το βράδυ,επιστρέφοντας στο σπίτι,πέρασα μια βόλτα από εκεί.Ο χρόνος περνάει αργά καθώς περιμένεις τα τρένα,σε αντίθεση με τα αγορασμένα από το περίπτερο κουτάκια της μπίρας που αδειάζουν γρήγορα.Έχει μια ωραία ησυχία,φυσάει λίγο και ο αέρας μυρίζει όμορφα,η σελήνη ανατέλλει αργά,λούζοντας στο μελαγχολικό της φως τις απέναντι πολυκατοικίες.
Το σκηνικό στον σταθμό απαράλλαχτο για δεκαετίες.Το ίδιο παλιό κτήριο,οι ίδιοι ήχοι ανακοινώσεων,ο γνώριμος θόρυβος των συρμών πάνω στις ράγες,η βοή από τους επιβάτες που πάνε και έρχονται.
Ίσως κάποιοι από αυτούς να συγκρατήσουν φευγαλέα την εικόνα ενός loser που,ανάμεσα σε άλλους παρίες,παρακολουθούσε με τρυφερή περιέργεια τις σκηνές αποχαιρετισμού ή ανταμώματος,τις στιγμές ευτυχίας και λύπης,μέχρι να αποχωρήσει από τον σταθμό τρεκλίζοντας,νιώθοντας πως και το δικό του τρένο είχε πια φύγει χωρίς και ο ίδιος να θυμάται πού πηγαίνει.

Saturday, April 04, 2009

Σκυφτοί περάσανε...

Μας θρέφουν οι εμμονές,τόσο εμάς όσο και τον χρόνο,μόνο που ενώ στην πρώτη περίπτωση,τα ενοχικά μας σύνδρομα αναζητούν γιατροσόφια για τις αρτηριοσκληρωτικές προσλαμβάνουσες παραστάσεις,στη δεύτερη,αντιθέτως,επιδαψιλεύουμε ευφημισμούς για οτιδήποτε ανθίσταται στο πέρασμα τού καιρού.Η διάρκεια πιστοποιεί την αξία,αλλά δεν είναι και η μόνη.Ανάλογους τίτλους τιμής απονέμει η πάνδημη αποδοχή.Μύριοι οι κόκκοι άμμου που φτιάχνουν το γυαλί πάνω στο οποίο καθρεφτίζεται η επιτυχία.
Στον επίλογο ενός έργου του Μπαλζάκ,αυτός ο γνώστης της ανθρώπινης κωμωδίας παρομοιάζει την ηρωίδα του με ένα ευγενικό άγαλμα που πέφτει στη θάλασσα για να μείνει στον βυθό της για πάντα αγνοημένο,δίνοντας έτσι λογοτεχνική υπόσταση σε μια κακορίζικη συνωμοταξία:άνθρωποι που βιώνουν τον κόσμο ως βουβή παράσταση,που δεν θ'ακούσουν κανέναν να τους μνημονεύει στην ευγνωμοσύνη του,άδοξοι ποιητές που γυρεύουν μάταια τον τροβαδούρο της μπαλλάντας τους.
Αναφέρομαι στις πηρομελείς προσπάθειες που δεν πρόφτασαν να πάνε μακριά,
δεν έγιναν μυθιστόρημα αλλά απέμειναν σκόρπιες σημειώσεις σε ένα βιβλίο της ζωής που διαβάζουμε ξανά και ξανά,ως που λείπει το φως.
Η αδύναμή τους τέχνη,όμως,η οποία εκφράζεται μέσω παραμιλητού και ψελλισμών,κάποιες στιγμές παύει να επινοεί το ψέμα και τους απομένει έτσι κάτι αληθινό να διηγηθούν σε εκείνους που τους συνάντησαν,γι' αυτό ας τους ευχηθούμε να συνεχιστεί το παραλήρημά τους,ακόμα και αν δεν αξιώνεται των αλλονών την προσοχή.
Να εξακολουθήσουν να μεταγράφουν με τον τρόπο τους εκείνο το ωραίο λαϊκό:
Μονάχα εσύ μ'απόμεινες/το μόνο στήριγμά μου/τώρα που φεύγεις,πού αλλού/θα βρω παρηγοριά μου,κάνοντάς το να ηχεί σαν ένα τραγούδι που επιλέγεται από την περιορισμένη λίστα ενός πολυκαιρισμένου τζουκ μποξ,για να ακουστεί,για λίγο μόνο,μες στον θόρυβο του μαγαζιού και να υποβάλλει τους ακροατές του στον μελωδικό του καημό.

Friday, March 20, 2009

Πες στη σεροτονίνη,ακόμα την ψάχνω

Υπηρέτες,κάποιοι από εμάς,δύο αφεντάδων-της επιθυμίας και της πραγματικότητας ή του εαυτού μας μέσα στον οποίο κατοικοεδρεύουμε και του κόσμου των άλλων που σφραγίζει το διαβατήριο του ψυχισμού μας,αρεσκόμαστε να φτύνουμε ακόμα και εκεί που πατάμε,κοινώς βογγάμε μέλαινα χολή.
Μια κατάσταση όπου τα νοήματα φτάνουν σε εμάς ως μακρινοί απόηχοι,ξεθωριάζοντας σαν τα χρώματα στο σούρουπο που συγκλίνουν σε ένα μονότονο σταχτί.
Αν επιστρέφω διαρκώς στην ομφαλοσκόπηση ενός μίζερου μικρόκοσμου είναι επειδή οι εξωτερικές συνθήκες επαναλαμβάνονται σαν κακόγουστη φάρσα:οι ολιγάρχες προστάζουν,οι ολίγιστοι "κυβερνούν" ενώ όσοι εμπράκτως αντιστέκονται,αντιμετωπίζονται είτε με βία είτε με τον βιασμό της συνείδησης.
Επομένως θα εξακολουθώ να ανιχνεύω τα ψήγματα της αισιοδοξίας που κρύβουν οι μικρές λεπτομέρειες.Μια αβασίλευτη παιδικότητα στα καθαρά βλέμματα,ένα λυρικό απόγευμα,ένα ξεσηκωτικό τραγούδι όπως το "Love Etc." των Pet Shop Boys που χωρίς να το καταλαβαίνω μου κλείνει τα μάτια και οδηγεί με φυσικότητα μια άναρθρη εσωτερική φωνή σε ένα φωτεινό σύμπαν ήχων και λέξεων.
Η αγάπη είναι μια θνητή απόδειξη αθανασίας,έγραφε ένας αγαπημένος μοναχικός,αναζητώντας έστω και μια αντανάκλαση από το ιλαρόν φως στον σκοτισμένο βίο.Ναι,η ζωή μοιάζει με τα τραγούδια που αυτός άκουγε,τα fados,λύπη και πόνο έχει να μας δώσει μαζί με μια απέλπιδα αναζήτηση νοήματος.
"Σου πρέπει η αγάπη" επιμένουν όμως ρυθμικά να μου θυμίζουν οι Pet Shop Boys και αποφασίζω να υπακούσω προτού νιώσω την φλόγα που τρεμοσβήνει,προτού συνειδητοποιήσω πως δεν είμαι παρά μια αφήγηση,όπως τόσες άλλες,χωρίς ιδιαίτερη μορφή και περιεχόμενο,μια απλή ιστορία που δίνεται με συνοπτικό τρόπο,έχοντας σαν μόνιμη κατάληξη το βουτηγμένο στην προβλεψιμότητα αλλά και την αδιαφορία "και τα λοιπά,και τα λοιπά".

Tuesday, March 10, 2009

Κόμιξ

Υπήρχε ένα ενδεχόμενο,μικρό και μετέωρο, να τον συναντήσω στη διάρκεια του ταξιδιού μας.Οι άνθρωποι συνήθως βρίσκουν τις κατάλληλες λέξεις για να αιτιολογήσουν το αναπάντεχο σμίξιμο δύο ανθρώπων:παιχνίδι της μοίρας,απλή σύμπτωση,διακαής επιθυμία και συνωμοσίες τού σύμπαντος.Εφόσον όλες περιγράφουν παντί τρόπω την πιθανότητα να συμβεί,όδευα εκ προοιμίου στην αποτυχία μιας και ήταν μάλλον αδύνατο να ανταμώσουμε.
Αυτός ερχόταν στην Αθήνα ενώ εγώ επέστρεφα σε μια εποχή διαφορετική,τότε που η στιγμή δεν προσπαθούσε επί ματαίω να βρει τη θέση της στον κόσμο.Όταν έφτασε στον προορισμό του,ήμουν περίπου δέκα,σε μια ηλικία όπου ζούσα μόνο για το ποδόσφαιρο,σε ένα σύμπαν που δεν διέφερε από αυτό του Μπεν Λήπερ,του τερματοφύλακα γιατρού,σε αντίθεση με τον βυρωνικό κόσμο τής Πάττυ,μέσα στον οποίο κατοικούσαν μαζί με τις bibi-bo κούκλες τους οι συμμαθήτριές μου.
Παραδόξως αυτός έμοιαζε να συμφωνεί με εκείνες:Είχε κατέβει στην πρωτεύουσα,δίχως να το σκεφτεί,για ένα κορίτσι.Μπήκε στο λεωφορείο μαζί της μόνο και μόνο για να της μιλήσει.Σε όλη όμως τη διαδρομή δεν έβγαλε άχνα,ανθούσε νωχελικά σε πλαστικά καθίσματα.Δεν είχε άλλους συγγενείς εδώ και έτσι ο δρόμος και η ανάγκη τον έφεραν έξω από την πόρτα μας.
Δεν υπάρχει συνταγογραφία για τον πυρετό στο βλέμμα,μη λυπάσαι,μην κλαις για ό,τι έγινε χθες λέει ένα ωραίο τραγούδι,είναι όμως το μέλλον και το φάσμα τού αοράτου αυτά που σε τσακίζουν.Η μάννα μου κατάλαβε την αγωνία του,τον καθησύχασε και τον συμβούλεψε να καθίσει δίπλα στη νεαρή κοπέλα στο ταξίδι της επιστροφής για να τη γνωρίσει.Ενώ εγώ και ο δίδυμος αδερφός μου βλέπαμε το "Γκαλάκτικα" στην ασπρόμαυρη TV,αυτός έφευγε παίρνοντας μαζί του τα λόγια της.Η ζωή του ήταν για λίγο και πάλι έγχρωμη.
Πέρασε καιρός,η γενιά μου ανδρώθηκε πλέον και παραδόθηκε στη σύγχυση,το κορίτσι της ιστορίας έμεινε τελικά στο πλάι του για πολλά χρόνια,χαρίζοντάς του τέσσερα παιδιά.
Προσφάτως,επισκέφτηκε ξανά τη μικρή μας πόλη,όχι για να διαπιστώσει το τέλος της αλλά για να παραβρεθεί στον γάμο τού αδερφού μου.Τα αντιβιοτικά της συνήθειας τον είχαν θεραπεύσει όπως και τόσους άλλους.Οι οντολογίες του έρωτα και οι αναρίθμητες ερμηνείες της αγάπης ωχριούν μπροστά στην πραγματικότητα της φθοράς,ο ίδιος είχε ριχτεί στο πηγάδι της ποδοσφαιρικής τηλοψίας και του στοιχήματος,κόβοντας στη συνέχεια το σχοινί.
Στη γαμήλια δεξίωση παρακολουθούσε τους νιόπαντρους καθώς χόρευαν,περικυκλωμένοι από άλλα νέα ζευγάρια.Αποτελούσαν άραγε όλοι αυτοί μια προβολή του στο μέλλον,μια νομοτελειακή απεικόνιση ή υπήρχε μέσα τους το σπέρμα της ανατροπής;Θα στοιχημάτιζε με ευχαρίστηση επ'αυτού,αν ήταν καλές οι αποδόσεις.
Αφού εξαντλήσαμε το ευχολόγιο για τη ευτυχία των νεονύμφων,τσουγκρίσαμε για πολλοστή φορά τα ποτήρια μας.Το αλκοόλ μού δώρισε τη φενάκη,τη συμβολική φυγή μου από το τελευταίο,πανομοιότυπο και μελαγχολικό καρέ των ιστοριών του Λούκυ Λουκ ενώ αυτός συνέχιζε να τους κοιτάζει με το μπουχτισμένο,το γεμάτο απάθεια και κυνισμό,βλέμμα του Γκάρφιλντ.

Thursday, February 05, 2009

Memory motel

Σε τηλεοπτικά παραληρήματα και σε κουβέντες που υποκλέπτουμε καθημερινά στο δρόμο,οι μνημονεύσεις δίνουν και παίρνουν.Κάποιες φορές αποσκοπούν στο να εκθειάσουν το κλέος των προγόνων,άλλοτε να πεθυμήσουν την παλιά εποχή με τις μικρές γειτονιές τής πόλης να μοσχοβολούν γιασεμί ενώ από παντού μπορούσε κάποιος να ακούσει τη λατέρνα,τη φτώχεια και το φιλότιμο.Όπως και αν έχει,εντάσσονται σε ένα ανεξάντλητο πλήθος αναφορών που λειτουργεί ως εμβρυουλκός των λησμονημένων.
Σε άλλη περίπτωση διαβάζουμε το σύνθημα "δεν ξεχνώ" που οργισμένα κάποιο χέρι έγραψε στον τοίχο,εκφράζοντας ανωμοτί τη δέσμευσή του πως θα αντισταθεί στη λήθη.Είναι αμφίβολο κατά πόσο οι αξιομνημόνευτες εκδηλώσεις της ζωής και της ιστορίας εγγράφονται δυσεξίτηλα στα κατάστιχα τού νου,σίγουρα όμως σημαδεύονται με ευδιάκριτο τρόπο στα καλαντάρια που ξεφυλλίζουμε:ιωβηλαία παντός πολύτιμου μετάλλου,εορταστικές επέτειοι και ημέρες αφιερωμένες σε οικουμενικές αξίες με άνθη συμβολισμού ραίνουν το συλλογικό πεπρωμένο.
Η αναθηματική αυτή στοιχειοθέτηση προσπαθεί να ανακαλέση στην τάξη τούς επιλήσμονες μιας και η εξασθένηση τού μνημονικού ίχνους συνιστά ρήξη με τις επιταγές της παράδοσης,της ιστορικής γνώσης και της κοινωνικής συμβίωσης.Αν εξαιρέσουμε τις περιπτώσεις που αναφέραμε στην αρχή που μάλλον αποτελούν λουστράρισμα στην οστεοθήκη τού παρελθόντος,η μνημονική εμπέδωση πανανθρώπινων ιδανικών,που πλέον αποτελούν ζητούμενο,επιτυγχάνεται με τη βάπτιση των ενδείξεων τού ημερολογίου.
Έτσι έχουμε παγκόσμια μέρα για το περιβάλλον,την ειρήνη,τα ανθρώπινα δικαιώματα και για τόσα άλλα σημαντικά,που αν και μοιάζουν με φωτισμένες ταμπέλες σε αδειανό μαγαζί,μας καλούν να κρατήσουμε ενός 24ωρου σιγή σε ένδειξη πένθους,προβληματισμού ή ενσυναίσθησης.
Σαν σποραδικό χτύπημα εργασιακής κάρτας στο αξιακό μας σύστημα μού φαίνονται οι επέτειοι μνήμης,οι ενιαύσιες υπενθυμίσεις,όπως αυτή του έρωτα σε λίγες μέρες,και τα προσκηνύματα σε σελιδοποιημένα λείψανα.
Αν τουλάχιστον καθιέρωναν μια ημέρα για την υποκρισία θα άναβα ένα κεράκι στην ανθρωπότητα.

Sunday, October 05, 2008

Splendor in the grass

Μετά από τους τελευταίους σεισμούς οι ρωγμές στον τοίχο τού σπιτιού του μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο,έγιναν ολόκληρα χάσματα.Έπεσαν και κάτι σοβάδες,ενδεχομένως λοιπόν να κρινόταν ακατάλληλο για κατοίκηση έπειτα από τον έλεγχο των μηχανικών ,όπερ και εγένετο.Ζήτησε τη βοήθειά μου για να καθαρίσουμε την παλιά αποθήκη που είχε αποδειχθεί πιο γερή κατασκευή.Θα έμενε εκεί προσωρινά μέχρι να αποφασίσει τι θα κάνει αφού το γλίσχρο ποσό της αποζημίωσης που του είχε δοθεί ακουγόταν σαν αποτυχημένο ανέκδοτο.
Δέχτηκα να τον συνδράμω χωρίς να συλλογιστώ πως δεν θα ήταν καθόλου εύκολη δουλειά εξαιτίας του μεγάλου χώρου και του πλήθους των
αντικειμένων που είχαν στοιβαχτεί εκεί με τον καιρό.Ανάμεσα σε κιτρινισμένες εφημερίδες και κατασκονισμένα τεύχη του "Μικρού Σερίφη",βρήκαμε κάποιες φωτογραφίες την ύπαρξη των οποίων και ο ίδιος αγνοούσε.Σε αυτές,τραβηγμένες προ εικοσαετίας,πιθανόν στο πρώτο έτος της Φιλοσοφικής,φαινόταν η αγουρωπή μορφή του φίλου μου που σε τίποτα δεν θύμιζε την τωρινή.Απουσίαζε το μονίμως ανήσυχο βλέμμα,η ζωή ήταν φανερό πως δεν τον είχε πιλατέψει ακόμα.
Ξαφνιάστηκε με την υπενθύμιση αυτών των στιγμιοτύπων που έμοιαζαν να υπόσχονται κάτι και στη θέαση προσώπων πάνω στα οποία διαφαινόταν μια απροσδιόριστη ελπίδα.Πολλοί από αυτούς είχαν ξεχαστεί,κάποιοι άλλοι είχαν χαθεί πρόωρα.Την περιέργεια μου κίνησε μια σχισμένη στη μέση φωτογραφία.Στο μισό κομμάτι που είχε διασωθεί απεικονιζόταν αυτός,να πίνει κρασί
σε κάποιο ταβερνάκι και μόλις που διακρινόταν ένα όμορφο γυναικείο χέρι να του χαϊδεύει το πρόσωπο.Δυστυχώς όμως είχε ξεθωριάσει η εικόνα όπως επίσης και η τρυφερότητα που έθαλλε στο λεπτό της άγγιγμα.
Αυτό το περιστατικό συνέβη μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα και τώρα πάει να φθινοπωριάσει.Δεν είναι μόνο ο πόνος στα κόκκαλα,
ένα κατάλοιπο δίτροχων αμαρτιών,που μας επισκέπτεται με τις πρώτες ψιχάλες αλλά και μια συρραφή από περασμένες σκηνές τις οποίες προσπαθούμε να απωθήσουμε από τη μνήμη ή έστω να μετριάσουμε τον απόηχό τους,με το να υποβαθμίζουμε τη σημασία τους ή πιστώνοντάς τις με ευλογοφανείς δικαιολογήσεις.Όπως ακριβώς κάνουμε και με τους τίτλους τέλους αυτών των σκόρπιων πλάνων,τα λόγια δηλαδή που βγήκαν κάποια στιγμή από αγαπημένα χείλη και που έμελλε να επιβεβαιώσουν ό,τι ήταν πια οριστικό και αμετάκλητο,για να μας βυθίσουν,σαν μαγική αρά,στο ψυχικό σκοτάδι.
Και αν κάποιους τους βαραίνει η πίστη στην ευτυχία,αργά ή γρήγορα θα ανακαλύψουν πως ένας μύλος είναι η καρδιά όπου αλέθεται το φρόνημα.Τόσο,ώστε να νιώσουν πως αποτελούν ένα λειψό σύμπλεγμα μέσα σε ένα ματ κόσμο 10x15 εκατοστών,βιώνοντας το μισό σαν όλο,και προσπαθώντας,συνήθως ανεπιτυχώς,να προβάρουν ένα χαμόγελο μπροστά στο φακό.


Για τον Λάμπρο.

Friday, August 29, 2008

Μορέντο

Σιγά σιγά ερημώνει πάλι το μικρό χωριό,αδειάζουν ξανά οι δρόμοι και τα μαγαζιά.Δεν είναι τόσο ο άνεμος που ψυχραίνει απότομα,ούτε τα οινωπά ξερά φύλλα που αφήνουν ένα μικρό τρίξιμο στο διάβα τους καθώς τα σέρνει ο αέρας αυτά που μας νοτίζουν με τη μελαγχολία τού φθινοπώρου όσο οι άνθρωποι που φεύγουν.
Ελάχιστοι είναι οι εναπομείναντες παραθεριστές όμως κι αυτοί σε λίγο θα πάρουν τον δρόμο της επιστροφής,όχι χωρίς κάποια γκρίνια.
Συγγνωστή,βέβαια,αφού ανάμεσα στις αποσκευές έχουν πακετάρει την ολιγοήμερη φυγή από την εργασιακή ρουτίνα,βάζοντας έτσι τέλος σε μια διαλείπουσα περίοδο ξεγνοιασιάς.
Υπάρχουν ασφαλώς και ορισμένοι που ανυπομονούν να γυρίσουν πίσω:σπουδάρχες που το κόμμα τούς τραβάει από το μανίκι και αυτοί ασμένως θα το συντρέξουν με ανταποδοτικό,ως είθισται,τέλος,εργαζόμενοι που φέρουν έκτυπο το άγχος της απουσίας από τη δουλειά και κυρίως εκείνοι που για μερικές εβδομάδες κουβαλούσαν το αίσθημα ενός επήλυδος,αποκομμένοι απ'τη φιλόστοργη μεγαλούπολη.
Σε αυτή μόνο έχουν μάθει να ανακαλύπτουν και να θαυμάζουν οικεία τοπία,γνώριμες εικόνες που συνθέτουν ένα στέρεο σκηνικό,πίσω απ'το οποίο κρύβονται αποτελεσματικότερα οι φόβοι τους.Μοναχά εκεί δεν αισθάνονται παράταιροι αλλά μικροσκοπικά κομμάτια ενός πελώριου παζλ που απεικονίζει τη ζωή τους,ενώ εδώ στην απλωσιά της υπαίθρου που τώρα απλώς τους παρέχει φιλοξενία,καθώς έχουν απωλέσει την επαφή με τη μικρή κοινότητα και λησμονήσει τη χοϊκή τους υπόσταση,αφήνουν το βλέμμα τους να καταγράψει όμορφες τοποθεσίες και "γραφικές" σκηνές μιας ανειμένης καθημερινότητας,όπως ακριβώς θα το έκανε ο φωτογραφικός φακός ενός αλλοδαπού επισκέπτη.
Τώρα λοιπόν που το τέλος του καλοκαιριού τραυματίζει,η πόλη θα τους περιμένει σα μάνα,θα τους αγκαλιάσει σαν αδερφή.
Οι υπόλοιποι που συνεχίζουν να απολαμβάνουν ανέμελα τις διακοπές τους,εξακολουθούν να συνάζονται σε καφενεία και σπίτια,κάτω από κάποια καλαμωτή ή σκιερή κληματαριά.Σαν τρίλιες που σβήνουν ηχούν από μακριά οι κουβέντες και τα γέλια,τα τσουγκρίσματα σιγοντάρουν τη γενική θυμηδία γύρω από τραπέζια που γρήγορα γεμίζουν από μπουκάλια.
Η μπίρα αρχικά δροσίζει τα λαρύγγια και σταδιακά οιστρηλατεί,φωτίζει με περίεργο τρόπο τη συνειδητότητα,διαστέλλει το παρόν.Ο ελάχιστος τώρα χρόνος αφήνει χώρο μόνο για ευχάριστες και ανάλαφρες ιστορίες,σβήνει τα περασμένα και τις έγνοιες για το μέλλον,διαγράφει τα αλλότρια προβλήματα.
"Ξένος πόνος όνειρο" λέει μια δημώδης φράση που έχουν πλέον εγκολπωθεί.
"A thousand dreams that would awake me
Different colors made of tears".
Ούτε οι στίχοι του Venus in Furs θα μπορούσαν να τους τραβήξουν από την κινούμενη άμμο της αδιαφορίας.
Τα ποτήρια ξαναγεμίζουν βιαστικά,το χαροκόπι ανάβει,η μυρωδιά του καλοκαιριού σκορπίζεται στον βραδινό αέρα και μεθάει ακόμη περισσότερο τις συντροφιές.
Όταν σηκώνονται και πηγαίνουν να πλαγιάσουν,συνήθως έξω,σε κάποια αυλή,είναι ήδη αργά.Αποκοιμούνται καθώς το σκοτάδι σκεπάζει τα κορμιά τους.
Πολλές φορές δεν σταματά εκεί,προχωρά κι άλλο,τρυπώνει βαθιά στο δέρμα,
γεμίζει την ψυχή τους.
Η νύχτα έχει πια ανατείλει μέσα τους.

Wednesday, June 18, 2008

Εξιλέωση

Γλυκά είναι ακόμη τα καλοκαιρινά βράδια με το ευεργετικό άρωμα της γαζίας να διακόπτει πρόσκαιρα την ιδιώτευσή μας.Τα χρήματα δεν επαρκούν ούτε για ρεφενέ στον καφενέ οπότε παίρνουμε τους δρόμους προς άγνωστη κατεύθυνση.Χάζι άλλωστε κάνω τις φιλικές παρέες που μαζεύονται στις δροσερές αυλές των λιγοστών μονοκατοικιών σαν κάποιο απροσχεδίαστο γιορτάσι να λαμβάνει χώρα.
Σε ένα από αυτούς τους περιπάτους μου,σουλατσάροντας σ'ένα ήσυχο δρομάκι πάνω από τη Λένορμαν,ακούστηκε φασαρία από κάποιο διαμέρισμα μιας παλιάς πολυκατοικίας.Μπερδεμένες φωνές,μια βαριά αντρική και μια γυναικεία που είχε ξεσπάσει σε λυγμούς ήχουσαν σύμμικτα με κρότους από αντικείμενα που σπάνε και άλλους πνιχτούς θορύβους.Σταμάτησα και κοίταξα.Στο χαμηλό μπαλκόνι φάνηκε ένα παιδάκι που άρχισε να τρέχει,όμως οι κιγκλίδες έφραζαν τη φυγή του.Παγωμένο απ'τον φόβο,έχωσε το προσωπάκι του ανάμεσα στα κάγκελα και κοίταζε τον δρόμο.Λίγοι περαστικοί που παρακολουθούσαν και αυτοί με περιέργεια έστερξαν το μικρό αγόρι από αιμάτινη απόσταση.Οι περισσότεροι προσπεράσαμε με διαβαθμισμένη αδιαφορία.
Το παιδί,γονατισμένο πια,άρχισε να κλαίει και περίτρομο άκουγε τις βρισιές και τα χτυπήματα που εντονότερα πλέον έρχονταν από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα.
Αν και καθυστερημένα,σου ζητώ συγγνώμη μικρέ μου που έφυγα έτσι.
Μπορεί ο πατέρας σου κάποτε να βρέθηκε σε παρόμοια θέση με εσένα και ίσως και εσύ να δεις κάποια στιγμή τον γιο σου να φεύγει μακριά για να γλυτώσει απ'την οργή σου,συνειδητοποιώντας πως εμπεριέχεις τον άνθρωπο που τώρα σε εξανάγκασε να τρέξεις.
Εύχομαι να μην του μοιάσεις,όπως και αυτός πιθανώς έμοιασε στον προηγούμενο.
Αλλά μάλλον αυτή την ευχή δεν θα την ακούσεις μιας και δεν αφέθηκε απ'τα χείλη μου.
Όπως ακριβώς η πίστη μιας εν δυνάμει παραλλαγής δεν ξέφυγε απ'τον χονδρόπετσο κυνισμό μου.

Monday, June 16, 2008

Nice guy

Ένιωσα μια δυσεξήγητη συμπάθεια γι'αυτόν,έτσι όπως ένα λεπτό μαράζι κάλυπτε το βλέμμα του.Δεν τον γνώριζα αρκετά,ό,τι ήξερα ήταν η γνώμη των άλλων:"Σπάνια θα τον δεις να χαμογελά.Αυτές όμως τις λίγες φορές το πρόσωπό του το φωτίζει η ευγένεια.Είναι πολύ καλό παιδί", ομολογούσαν ακόμα και στον εαυτό τους.
Ένας άτυπος τίτλος τιμής που απονέμεται κατά βάσιν σε όσους έχουν αφομοιώσει πλήρως τη μετρική της απόρριψης,εμφανίζουν ωστόσο μια αδιόρατη δυσανεξία.
Ακόμα και όταν ο εν λόγω χαρακτηρισμός δεν εγείρει βάσιμες υπόνοιες ευφημισμού,συνιστά ένα φτενό επιχρύσωμα του χαπιού για τους ετερόφωτους.Για εκείνους που,όπως γράφει ο Σαμφόρ,επειδή δεν καθοδηγούνται από τις δικές τους αρχές,αλλά όντας μικρόψυχοι και φυρόμυαλοι αφήνονται να ποδηγετηθούν,δεν θα τους αποκαλέσουν πρωτότυπους ή αδάμαστους,αλλά ως τα "καλύτερα παιδιά".
Αυτό που με ενοχλεί σε αυτή την αδρομερή περιγραφή που ξέπεσε σε λεκτική σύμβαση,είναι ότι,όσο καλοπροαίρετα και αν εκφέρεται,όσο βελούδινο και αν είναι το βλέμμα αυτού που την εκστομίζει,δεν παύει να αντικρίζει τα αντικείμενά της σαν μια αφόρητα γαλήνια λίμνη.Μας θέλγει η εικόνα της όμως διστάζουμε να βουτήξουμε στα μεφιτικά νερά αφού η στασιμότητά τους δεν είναι του γούστου μας.Η μόνη ευχαρίστηση προέρχεται από το τσαλάκωμα της υδάτινης επιφάνειας καθώς παρατηρούμε τους επάλληλους κεντρόφυγους κύκλους που σχηματίζονται από τη ρίψη μικρών λιθαριών στο θολό νερό.
Και όσο για πέτρες η όχθη,άλλο τίποτε.
Ο Σοπενάουερ ισχυριζόταν πως η καλοσύνη της καρδιάς είναι υπερβατική ιδιότητα,ανήκει σε μια τάξη πραγμάτων που υπερβαίνει αυτή τη ζωή,υποκλινόμενος έτσι σε μια ανώτερη ομορφιά.
Ίσως αν το είχε διαβάσει αυτό ο άγνωστός μας φίλος να σταματούσε να ζει πλέον στην ξυνωρίδα μεταξύ ελπίδας και απογοήτευσης.
Και πιθανόν να μην μας γλύκαινε την ψυχή με το αβέβαιό του χαμόγελο.

Tuesday, April 01, 2008

Love is a battlefield

Αν μου το επιτρέψουν οι υποχρεώσεις μου θα μεταβώ στον τόπο καταγωγής μου,το Μεσολόγγι,την Κυριακή των Βαΐων για τις μέρες εορτασμού τής ηρωικής εξόδου.Όχι βέβαια για να ακούσω τους εθνικοπατριωτικούς λήρους των πολιτικάντηδων ή να παρακολουθήσω σε μια αναπαράσταση αμφιβόλου αισθητικής τις δραματικές στιγμές που έζησαν οι γενναίοι υπερασπιστές της πόλης προτού χαθούν μαζί της.
Μου αρκεί να χαζεύω τους λιγοστούς σαλταρισμένους Βρετανούς που μαζεύονται γύρω από τον ανδριάντα του Byron και γερμένοι στα σκαλοπάτια του απαγγέλουν εκστασιασμένοι στίχους του ποιητή.Ζαλισμένοι από τον ανοιξιάτικο καιρό και το χάδι της ποίησης,αποτελούν για τους λοιπούς επισκέπτες ένα αξιοθέατο,εξίσου γραφικό με την ίδια την πόλη τής λιμνοθάλασσας.
Με φαντάζομαι να υμνώ τον Σολωμό στη μεγάλη πλατεία της Ζακύνθου που φέρει το όνομά του,τραγουδώντας λυπημένα όπως η δύστυχη Μαρία,η τρελή μάνα.Δαγκώνω τα χείλη μου- δεν μου ταιριάζει να εκτίθεμαι σε δημόσια θέα,ούτε είμαι άξιος άλλωστε να δοξολογώ την ποίηση,μόνο για φθηνά στιχάκια ποπ τραγουδιών δύναμαι να γράφω.
Και όμως,πριν από χρόνια σ'εκείνη την πλατεία,μεθυσμένοι,όχι από την Τέχνη,αλλά από μπίρες και μπάφους,περιμένοντας ως τα χαράματα το πλοίο για την Κυλλήνη,ξαπλώναμε ασθμαίνοντες στο κρύο μάρμαρο,φιλώντας τα μπρούντζινα κορμιά ξέστηθων συλφίδων.Ένοχα χαζεύαμε τ'αστέρια που σκορπίζονταν στον σκοτεινό ορίζοντα,όπως τα ξανθά στάχυα λιχνίζονται τον Αλωνάρη.Με το ξημέρωμα φάνηκε το πλοίο ,έσβησε το τρεμουλιαστό φως,μαζί και η λάμψη της τρυφερής σάρκας,δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί.
Τώρα λοιπόν και αυτό το βράδυ,ένας κι εγώ από τους ελεύθερους πολιορκημένους αυτής της μεγαλούπολης,κάθομαι σ'ένα φωτισμένο διαμέρισμα μπροστά στο μαγικό κουτί της γαλαζωπής πραγματικότητας.Το μικρό σαλόνι με τίποτα δεν θυμίζει πλατεία,ούτε και μοιάζει με γλυπτό η υπερυψωμένη παλιά τηλεόραση,η οθόνη τής οποίας προβάλλει ρετρό τραγούδια του '80.
Χωρίς τις λέξεις κάποιου ποιητή,μόνο κοφτά μπιτ περασμένων μελωδιών και λόγια εφηβικής αθωότητας που σαν χαραμάδες αφήνουν να περάσει αδύναμο το μελιχρό φως μιας δεκαετίας που λάτρεψε τα είδωλά της σε ναούς τού κιτς.Σε παρωχημένες εικόνες μιας άλλης εποχής που παρελαύνουν τώρα μπροστά μου,ξεχασμένα πρόσωπα μού θυμίζουν δικές μου αγαπημένες μορφές που τις κατάπιε ο κόσμος κι ο καιρός.
Με θλίβει ό,τι αντικρίζω,συνεχίζω όμως να υψώνω το βλέμμα σε μπερδεμένες τηλεοπτικές εικόνες,είμαι ήδη μεθυσμένος και το μόνο που καταφέρνω να ψελλίσω είναι τα λόγια του δαφνηφόρου Ζακυθινού:τρέμ' η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

Thursday, March 20, 2008

Bonnes vacances!

Σε νυχτοκοπήματα με λοιπούς παρωρίτες,και ενόσω ακολουθούμε τη νεροσυρμή του ποτού σε σπειράλ μνήμες,τυχαίνει καμιά φορά να αναρωτιώμαστε:Πώς αφεθήκαμε να μεταλλαχθούμε βαθμηδόν σε μαζικούς τουρίστες της καθημερινότητας;
Σαν να μετέχουμε σε αυτή έχοντας αγοράσει ένα all inclusive πακέτο ημερησίων εμπειριών με επισκέψεις σε μνημεία ρουτίνας και σε θάλασσες νενομισμένων.Και ενώ αισθανόμαστε τον χρόνο να δραπετεύει,αφανίζουμε τον καιρό μας τραβώντας φωτογραφίες με την κάμερα τής ιδεολογίας ,χωρίς να ξεχνάμε ασφαλώς να ρυθμίζουμε την εστίαση του φακού ανάλογα με τον εγωκεντρισμό μας.
Καθώς απομάθαμε να είμαστε ευγνώμονες για αυτά που μας προσφέρονται απλόχερα,το σαπφείρινο μαβί του ουρανού και το γλυκόπνοο δροσάτο αεράκι,γινόμαστε ξενιστές μιας γκρίνιας εξοντωτικής,ελεεινολογούμε όσους διαφωνούν μαζί μας,με υψωμένο φρύδι κρίνουμε τα αλλότρια,με χαμηλωμένο το φως του δωματίου θέτουμε το τηλεκοντρόλ σε σταθερή τροχιά από την οθόνη μας.
Ακόμα όμως και τα νυχτερινά σκηνικά που αναφέραμε στην αρχή,τα ποτισμένα με νικοτίνη και οινόπνευμα,εντάσσονται στα πλαίσια αυτής της οργανωμένης εκδρομής.Μόνο που εδώ παρουσιάζονται κάποιες ανεπιθύμητες αποκλίσεις.Κανονικά λοιπόν δεν θα έπρεπε να παραπατάμε,προδομένοι από τις αντοχές μας κάθε φορά που θα συναντηθούμε στο σαλούν,δεν αναφέρεται πουθενά στο πρόγραμμα των διακοπών το λύσιμο που μας προκαλεί μια θλιμμένη μελωδία από ακορντεόν,με το μοτίβο της να θυμίζει κυκλικές κινήσεις-ο αργός χορός δύο ερωτευμένων,παιδιά που γελάνε σ'ένα λούνα παρκ,ο ήλιος που ανατέλλει και δύει,η ζωή που περνάει και φεύγει,σαν όνειρο σκληρό.
Ούτε βέβαια περιγραφόταν στο διαφημιστικό φυλλάδιο,αφενός μεν πως θα πλαγιάζουμε την ώρα που χαράζει,οπλισμένοι από ένα παράξενο κουράγιο που έχει βουτηχτεί στη Στύγα τού αλκοόλ,αφετέρου δε πως θα μας πιάνει το παράπονο,
συλλογισμένοι πως ζούμε μονάχα υποδορίως αφού η Πούλια ξημερώνει,μα το φως που δυναμώνει το ακολουθεί ένα "δεν".

Tuesday, March 11, 2008

Unrequited

"Έγειρε το κεφάλι της για να την πλησιάσει.Όμως εκείνος δεν είχε την τόλμη και έτσι αυτή απομακρύνθηκε..."
Η λιτή αυτή σύνοψη της ταινίας με την οποία ξεκινά το πανέμορφο In the mood for love αποτελεί ένα συνεχές τριβέλισμα για όσους αισθάνονται σκλάβοι στα δεσμά τους,διστακτικές πινελιές σε μια μονίμως ακατάληπτη ρωπογραφία.
Ωστόσο,αν και η εναρκτήρια φράση με την έξοχη ποιητική της μάς προετοιμάζει για αυτό που θα επακολουθήσει,ένα τρωτό σημείο εντοπίζεται ακριβώς στη στατικότητα που ενέχει το τέλειο.Την ίδια στιγμή που αποθεώνεται η λατρεία της φόρμας,έχουμε αυθωρεί μετατραπεί σε εικονοκλάστες καθώς αναρωτιόμαστε :"Και αυτός ,τι απέγινε;Βυθίστηκε σε απελπισία;Ξεχάστηκε άραγε στον εαυτό του;"
Δεν θα γράψω για το πρώτο ενδεχόμενο.Ό,τι χαρακώνει τόσο βαθιά μόνο η Τέχνη μπορεί να το τραγουδήσει και εγώ δεν το ξέρω αυτό το τραγούδι.
Τα λιγοστά λόγια αφορούν στην ιδιώτευση,σε μια επίκτητη επιθυμία να στενεύουμε ολοένα και περισότερο τα όρια της ανθρώπινης κοινότητας όπου ανήκουμε,χρησιμοποιώντας προκρούστειες μεθόδους πάνω σε ένα στρώμα πικρόχολου μηδενισμού.
Ο καθένας πάντως που επιλέγει τη φυγή,βαθμιαία γίνεται "άπολις",όρος που δανείζομαι από τη διεισδυτική ερμηνεία του Καστοριάδη για την Αντιγόνη του Σοφοκλή,η οποία εξαιτίας τής ύβρης της απέναντι στους νόμους των ανθρώπων καταδικάζεται να ταφεί ζωντανή σε μια σπηλιά.Η είσοδος αυτής την οδηγεί αμετάκλητα στον Άδη,παρασύροντας μαζί της και όλον τον αρχαίο κόσμο που,θρυμματισμένος πλέον,θα διασώζεται μονάχα σε ερυθρωπές και μελανόμορφες παραστάσεις.Έπειτα από πολλά χρόνια,ένα αδειανό μνήμα θα αποτελέσει την απαρχή μιας νέας θρησκείας και θα διακηρύξει πως τίποτα δεν τελειώνει οριστικά,ξαναδίνοντας την ελπίδα για την επαναφορά στα ανθρώπινα.
Γιατί όμως σήμερα που βολτάριζα στην πόλη και διάβασα εκείνο το,πιασάρικο όσο και ασαφές,επιτοίχιο σύνθημα που μας διαβεβαιώνει ότι η επανάσταση δεν μπορεί να περιμένει,ένιωσα την άβολη υποψία πως η "ανάσταση" μάλλον μπορεί;

Thursday, March 06, 2008

Η τρομοκρατία της συγκίνησης

Και μόνο οι χαρακτηρισμοί,απαξιωτικοί ως επί το πλείστον,που επιδαψιλεύουμε για τις περιπτώσεις συναισθηματικών φορτίσεων είναι ενδεικτικοί της απαρέσκειας που εκφράζεται για οτιδήποτε αποκλίνει από τις επιταγές της λογικής.
Εμείς βέβαια,επιθυμώντας να λογιζόμαστε υπέρμαχοι αυτής,δεν διστάζουμε να στηλιτεύουμε την όποια αποστασιοποίηση από την έλλογη σκέψη,να περιφρονούμε τη συγκίνηση,να υποβαθμίζουμε τη σημασία της στη διαμόρφωση του θυμικού μας,θεωρώντας την σαν το σύντομο πέρασμα μιας άνοιξης από ένα περιφραγμένο χωράφι.
Καμιά χρήση συναισθημάτων και συνθημάτων δεν μεσιτεύει για ρεαλιστικές λύσεις και αντικειμενικές θεωρήσεις,ιδιαιτέρως δε όταν καταφεύγει σε αφορισμούς ή κανακεύει δογματισμούς και στερεότυπα.
Σε μια βιοτή όμως,όπου συνωθούνται το αιώνιο με το καθημερινό,το ιδιωτικό με το δημόσιο,το "υψηλό" με το ενορμητικό,όπου το καθετί μοιάζει αμφιλεγόμενο και οι λέξεις στρατεύονται κάθε φορά για να πείσουν,δείχνοντας να αγνοούν τον στίχο:"Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω",εύκολα κάποιος χάνει τον προσανατολισμό του και οδηγείται σε μονοπάτια παθητικότητας τα οποία επιθυμεί να αποφύγει:Ίσως επειδή παρουσιάζεται λιγότερο επίπονη από μια αντίληψη που θέτει πραγματιστικούς όρους,η συγκίνηση εκφυλίζεται ως μια παραλυτική κατάσταση,καθώς αναιρείται η "κίνηση" που με ενοχλητικό τρόπο μαρτυρεί η ετυμολογία της.
Καλούμαστε επομένως να ξεγλιστράμε από τις συμπληγάδες ανέξοδων συναισθηματισμών,να οπισθογραφούμε τις προαναφερθείσες επιταγές της λογικής,να αποφεύγουμε τις ιδεαλιστικές παγίδες που πιθανόν τοποθετεί στο διάβα μας η έντονη επίδραση της λογοτεχνίας.
Όταν λοιπόν προσφάτως συνάντησα μια παλιά γνωστή μου,την Κ,πάντα άσχημη και διαρκώς άχρωμη,την Κ,που με τη γενναιοδωρία της ενσαρκώνει εκείνο το τραγούδι:"Κάποτε είχε μια καρδιά.Την καθάρισε λοιπόν,την ξερίζωσε,την έπλυνε και σε καδράκι σού τη χάρισε.Ούτε καν στον τοίχο δεν την κρέμασες",δεν θέλησα να της μιλήσω.
Τη χαιρέτισα από μακριά,δίχως μια λέξη,ούτε καν ένα νεύμα,μόνο με μια μικρή,ανεπαίσθητη διακύμανση της λύπης μου.

Monday, February 11, 2008

Where be your gibes now?

Με ξαφνιάζει ευχάριστα όταν σε κάποιες από τις σπάνιες φορές που φιλοτιμούμαι να ανοίξω ένα βιβλίο ανακαλύπτω τυχαία,σε γραφιάδες που εκτιμώ ιδιαίτερα,αποσπάσματα που με αβίαστο τρόπο τοποθετούν τις ψηφίδες που έλειπαν από μια ανολοκλήρωτη έως τότε εικόνα,η ημιτελής μορφή της οποίας με κατέτρυχε για καιρό,ξεδιαλύνοντας εξαπίνης δικές μου αμφιβολίες και απορίες.
Έτσι,όταν για παράδειγμα ο Bernhard σημειώνει κάπου:"Κατά βάθος,γράφω μόνο επειδή πολλά μού είναι δυσάρεστα.Αν ήταν όλα ευχάριστα,πιθανόν δεν θα έγραφα απολύτως τίποτε,και κανένας δεν θα έγραφε.Είναι αδύνατον να γράψεις με αφετηρία μια ευχάριστη κατάσταση,άλλωστε θα ήταν ανόητο να γράφεις για τα ευχάριστα:τα ευχάριστα τα ζεις",αν και τα λόγια του δεν αποτελούν θέσφατο,μου προσέφεραν ένα κάποιο έρεισμα για την πρότερη,συγκεχυμένη οπτική μου,την πλειστάκις θεωρούμενη και από μένα τον ίδιο ως δηλητηριασμένη.
Μια άλλη περίπτωση αφορά σε μια καλή μου φίλη.Αν και έφτασε τα σαράντα παραμένει νέα στην όψη και πολύ ποθητή,μόνο που τον τελευταίο καιρό αρέσκεται να κλείνεται στο σπίτι με μοναδική παρέα το κατοικίδιό της και μια στοίβα DVD.Δεν πρόκειται για μια αναχωρήτρια που αποφασίζει να μονάσει σε ένα μικρό διαμέρισμα και να αφοσιωθεί στον ασκητικό βίο,αφού εξακολουθεί να χαίρεται τη ζωή και να απολαμβάνει τις ηδονές της.
Απλά,παρατηρώντας την μου έδινε την αμυδρή εντύπωση πως με κάποιον ανεπαίσθητο τρόπο,χωρίς και η ίδια να το έχει καταλάβει,έχει καλυφθεί από μια λεπτή αόρατη μεμβράνη που την κάνει,ενώ επιθυμεί το άγγιγμα,ανίκανη να αισθανθεί την επαφή,ενώ επιζητεί τα φιλιά,να μην μπορεί να γευτεί τη γλύκα τους.
Ψάχνοντας όμως μια πληρέστερη ερμηνεία ή μια πιο διεισδυτική περιγραφή που θα νομιμοποιούσαν την ασχημάτιστη αυτή διαίσθηση,το ύφασμα εκείνο που θα κάλυπτε τη γύμνια των αμφισβητήσιμων εικασιών μου,δεν έβρισκα παρά μονάχα κάποια σκόρπια νήματα που σαν τυφλοσούρτηδες ακολουθούσα.Και εκεί που δεν είχα συγκεντρώσει τίποτε άλλο από ξέφτια νοημάτων,διαβάζοντας μετά από καιρό ένα ευσύνοπτο κείμενο του Παπαγιώργη(μόνιμη η επίδραση του) μού προσφέρθηκε απλόχερα όχι μόνο το ένδυμα που ζητούσα αλλά μια αρματωσιά που θωράκισε,προσδίδοντάς τους περισσότερη σαφήνεια,τις προηγούμενες ακαθόριστες υπόνοιές μου.
Το επιλήψιμο της υπόθεσης είναι πως οι εύστοχες και ακριβείς παρατηρήσεις τους που δείχνουν τόσο πλέριες,μου στερούν την αγωνία να φωτίσω τις αιτίες που μ'αφήνουνε μισό.
Είναι,νομίζω,ευκταίο,ακόμα και όταν γνωρίζουμε πως ψέλνουμε όπως μας κανοναρχούν,να παραδινόμαστε στην αβεβαιότητα,να στέκουμε κεχηνότες σε διαθέσεις που δεν έχουν γίνει ακόμη στέρεες πεποιθήσεις,να ψυχανεμιζόμαστε κάτι προτού επέλθει η οριστική ταυτοποίησή του.
Κάθομαι και γράφω αυτό το ανούσιο κείμενο εξαιτίας κάποιων πρόσφατων δυσάρεστων καταστάσεων που σχετίζονται με ασθένειες,oπου όμως η δοκιμασία αυτή είχε σαν απόρροια την επιθυμία αντιστροφής της πορείας που περιγράψαμε περιπτωσιολογικά πιο πάνω και την προσπάθεια να κατευθυνθούμε από το απτό στο αφηρημένο,από την πραγματικότητα στον ρεμβασμό.
Εσχάτως λοιπόν βαυκαλιζόμουν να φαντάζομαι τη ζωή σαν μια βόλτα με το μετρό.Χρησιμοποιώντας αυτό το απλοϊκό μεταφορικό σχήμα,δεν θυμόμουν πια συγκεκριμένα πρόσωπα και βιωματικά περιστατικά,αλλά ένα πυκνό σύστημα δρομολογίων με στάσεις και κομβικά σημεία,επιβιβάσεις και αποβιβάσεις,καθυστερήσεις,αναμονές,άδειες αποβάθρες και μοναχικούς συνεπιβάτες.
Το παράξενο εδώ βρίσκεται στο ότι δεν είναι κάποιος μεσήλικας,"σκοτεινός" συγγραφέας,όπως οι προαναφερθέντες,αλλά ένα δωδεκάχρονο κοριτσάκι,που λαχταρά να δει το μετρό στο Παρίσι,αυτό που δεν αφήνει περιθώρια για καγχασμούς και ψευδαισθήσεις:

-Διασκέδασες Ζαζί;
-Έτσι και έτσι.
-Πήγες βόλτα με το μετρό;
-Όχι!
-Τότε λοιπόν,τι έκανες;
-Γέρασα.

Thursday, January 03, 2008

This is Halloween

Όχι,μην κοιτάζετε το ημερολόγιο,δεν έχει γίνει κάποιο λάθος,ούτε αυτό που διαβάζετε συνιστά μια υστερόχρονη αναφορά σε πολύχρωμες μασκαράτες και ανώδυνες εθιμικές μεταμορφώσεις.Μονάχα σε καθημερινές αλλοιώσεις,σε μετασχηματισμούς σαν και αυτούς που επικαλούνται οι υμνητές της φιλίας,της ώσμωσης που επιτυγχάνεται με την ανθρώπινη επαφή.
Για αυτούς όμως που η μόνη τους συντροφιά είναι η πόλη τους,ποιο αλλοπρόσαλλο ύφασμα πρέπει να ενδυθούν για να μεταμφιεστούν σε αυτήν;Να μεταμορφωθούν στα διαφορετικά της πρόσωπα, να μεταβληθούν στα γκρίζα της κτήρια,στους αδιέξοδους δρόμους και τις ατέρμονες κυκλικές πορείες.
Ασφαλώς δεν είναι πρωταγωνιστές σε αυτό το ατέλειωτο θεατρικό παιχνίδι.Μαζί τους συμμετέχει ένας αόρατος θίασος με διαφορές εξαίσιες,με ανόμοιες φωνές.Πρόσωπα και καταστάσεις κάτω από ψιμύθια και μάσκες.
Νεολαίοι που αισθάνονται παράξενα γερασμένοι,ενήλικες που αρνούνται πεισματικά να μεγαλώσουν,ανθρώπινα περιγράμματα που σβήνονται με τον καιρό,όπως τα μηνύματα από τη μνήμη του κινητού,τερματίζοντας έτσι μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία προσμονής και αυταπάτης για τους συντάκτες αυτών και τους παραλήπτες τους.
Νεανικές παρέες που η επιπόλαιη σύμπνοια των μελών τους,σαν όλες τις αγουρίδες,αρχίζει να ξινίζει όταν κάποιοι από αυτούς παντρεύονται και φεύγουν μακριά,υπακούοντας στον εγωισμό που ενέχει ο έρωτας,για να ξαναστήσουν τις γέφυρες της συντροφικότητας όταν η πλήξη θα έχει ραγίσει το τσόφλι του δυαδικού τους κόσμου.
Απρόσμενες ασθένειες που μας κλονίζουν,μικρές σκέψεις που περνούν φευγαλέα και μας αλλάζουν λίγο,η στοργή που μας αγγίζει και μας αφήνει πάντα διαφορετικούς,οτιδήποτε γενικά προσθέτει ρευστές γραμμές στο πορτρέτο μας,κάνοντάς μας να μοιάζουμε με πίνακα του Bacon,συμμετέχει εδώ.
Και,όπως το έθιμο επιβάλλει,η παράσταση ολοκληρώνεται με τη διλημματική ερώτηση:trick or treat?
Ανοήτως,βέβαια,αφού δεν υπάρχει κανείς που να έχει γλυκαθεί σε αυτό το ιδιότυπο καρναβάλι.

Wednesday, January 02, 2008

The long day closes

Πολύ αργότερα από τον Πυθαγόρα που έβλεπε τα Μαθηματικά παντού,να χαρίζουν την αρμονία στη Φύση,ο Μούζιλ,θέλοντας να αποτυπώσει τη νέα εποχή της έρευνας που είχε ανατείλει,με τα επιτεύγματα της μηχανικής και των άλλων θετικών επιστημών να αφήνουν τους ανθρώπους περιπλανώμενους στη γη σαν προφητείες του μέλλοντος,γράφει κάπου:
"Κερδίσαμε σε πραγματικότητα και χάσαμε σε όνειρο".
Η διαπίστωση αυτή,περισσότερο εκπεφρασμένη ως εμπαικτική αντίδραση στους ιεροεξεταστές του τεχνικού πολιτισμού,υποτιμά τη δύναμη της κινηματογραφικής τέχνης,περιφρονώντας την υποβολή που ασκείται στους σιωπηλούς θαμώνες της σκοτεινής αίθουσας,ιδιαίτερα σε αυτούς που ανακαλύπτουν εκεί μια βακτηρία για τη μισερή ζωή τους.
Παραδόξως όμως οι ταινίες που θαυμάζουν,συχνά απεικονίζουν σκηνές παρόμοιες με αυτές που βιώνουν καθημερινά,ίσως και πιο θλιβερές:
Ομιχλώδη τοπία στο φόντο,άθλιες παμπ και lemonade skies,μοναξιά που εντείνει το ασίγαστο ψιχάλισμα,κάτι ακύμαντο που σοβεί πίσω από κλειστά παράθυρα και λερές ταπετσαρίες με μυρωδιά τσαγιού,ελάσσονες ιστορίες που κυλάνε αργά σαν βαρελήσια μπύρα stout.
Εύλογα κάποιος μπορεί να διερωτηθεί:Τι είδους δραπέτευση είναι αυτή,όταν τα ντεκόρ παραμένουν το ίδιο καταθλιπτικά,το αφηγηματικό στυλ θυμίζει άχρωμες διηγήσεις φίλων για ασήμαντα περιστατικά τους και η συγκλονιστική ανατροπή του σεναρίου δεν έρχεται ποτέ;
Παρά τις ενστάσεις που πιθανώς διατυπώνονται,οι θεατές εξακολουθούν να ταξιδεύουν από ταινία σε ταινία,να τεντώνουν τα αυτιά τους για να ακούσουν ένα θα 'θελα να 'σουν εδώ,να γεύονται φιλιά από το Λίβερπουλ,να αναβάλλουν διαρκώς το τέλος μιας μεγάλης μέρας,να ψεύδονται,φαντασιοκοπώντας,όπως ο Μπίλυ.
Σύντομα,το όνειρο που ζουν σβήνει,μαζί με τη μηχανή προβολής.Ίσως φυτοζωεί για λίγο ακόμα,στα ελάχιστα εκείνα λεπτά,όπως αναφέρει ο Μπαρτ,που δεν επιτρέπουμε ακόμα στις εικόνες να ξεθωριάσουν.
Όταν απομακρύνονται από την έξοδο του σινεμά,έχοντας συνειδητοποιήσει πλήρως πια την επιστροφή στη ρηχή πραγματικότητα,σκωπτικά επαναλαμβάνουν,διατηρώντας με σινεφίλ ευλάβεια μέχρι και τον ρωτακισμό της ομιλίας,την αμίμητη ατάκα ενός ελληνόφωνου βαμπίρ:
"Απ'τα Καρπάθια,στα Εξάρχεια.
Quelle décadence!".

Thursday, December 27, 2007

Heads or Tails?

Για τους ντιλετάντηδες που κινούνε,συρφετός,γυρεύοντας ομοιοκαταληξία,μια τόσο ευγενική φιλοδοξία έγινε της ζωής τους ο σκοπός.Και καημός,θα συμπλήρωνα,μιας και συνήθως επαναλαμβάνεται σιωπηρά το παράπονο ενός νέου ποιητή,όπως μας το μεταφέρει ο Κωνσταντίνος Καβάφης:Αλίμονον,είνα'υψηλή,το βλέπω,πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα-κι απ'το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ'ανεβώ ο δυστυχισμένος.
Δεν αναφέρομαι στην ποίηση αλλά σε κάθε είδους καλλιτεχνική "αφήγηση" που σχοινοβατεί ανάμεσα στο "τι" και το "πώς",στα αξιοποιήσιμα μέρη ενός πολτώδους υλικού και τις μεθοδεύσεις που θα μετέλθουμε για να επιτύχουμε την μετουσίωσή τους.
Ηλίου φαεινότερον ότι η ζυγαριά γέρνει στη μεριά του τρόπου,εύκολα λοιπόν ξεμπερδεύουμε με το συγκεκριμένο δίλημμα,δεν ισχύει το ίδιο όμως για τα προβλήματα που αναφύονται στη συνέχεια,αναφορικά με την απόδοση αυτού του τρόπου.
Το προσωπικό βίωμα,για να περιβληθεί έναν πάγκοινο χαρακτήρα,οφείλει να διαρρήξει τη σχέση του με την πιστότητα,την ακριβή απόδοση των εξωτερικών παραστάσεων.Ειδάλλως,η μολυσματική επαφή με το "άμεσο" δημιουργεί ένα αποτύπωμα που σχηματίζεται στο ρυζόχαρτο ή κάτω απ'το καρμπόν,το οποίο δεν είναι παρά μια αμυδρή υπενθύμιση του πρωτοτύπου.
Μόνο που και εμείς κάπου κάπου μοιάζουμε με έργα τέχνης.Σε σκόρπιες,μικρές μας στιγμές.
Σε εκείνες τις αναιμικές μέρες που η ζωή έδειχνε ασάλευτη,το σπίτι όμως μύριζε καννέλα και το άρωμα του ζεστού καφέ ήταν αντίδοτο για την αθυμία μας.Τρώγαμε άθλια κέικ με σταφίδες,καπνίζαμε υπερβολικά,ακούγαμε Editors και νιώθαμε ευτυχισμένοι.
Όταν δεν μ'άφηνες να διαβάσω τον Παπαδιαμάντη μου αλλά με ξεσήκωνες για να χωθούμε σε κάποιο σινεμά,να κρυφοκοιτάς τις εκφράσεις του προσώπου μου κατά τη διάρκεια της ταινίας και να γέρνεις το κεφάλι σου στο στήθος μου.
Κάθε φορά που άνοιγαν οι ουρανοί και εμείς σταματούσαμε να μιλάμε για ν'ακούσουμε τη βροχή.Τώρα τα μάτια μας κοιτάζουν ευρυγώνια και όλες οι λέξεις στέκουν σαν διαλυμένα βαγόνια,κηρύτταμε με μεγαλόσχημο ύφος και ελλιποβαρείς υποψίες για το μέλλον.
Τότε που πηγαίναμε βόλτα με τη μηχανή,την ώρα που λιγόστευε το φως,και συ πάντα να κρυώνεις και να με αγκαλιάζεις σφιχτά.
Και τώρα που πάλι σουρουπώνει,το "πώς" αργοσβήνει μέσα στο καθρεφτάκι της μοτοσυκλέτας μου μαζί με την ύστατη λάμψη του δειλινού,
αφήνοντας για το άχαρο "τι" μια γεύση νίκης,
σύντομη και πικρή.

Wednesday, December 19, 2007

Nighthawks at the diner

Ας αφήσουμε τον Θωμά να περιμένει στα αγαπημένα του στέκια,εκείνα που και εμείς λατρέψαμε από ετερόκλιτες περιγραφές με τις οποίες πλουσιοπάροχα μας φιλοδώρησε η αμερικάνικη φιλμογραφία και ας αναζητήσουμε τα δικά μας,αυτά που κάνουν τα μερονύχτια μας πιο υποφερτά.
Πού όμως;
Μήπως σε ένα αστικό σύμπαν,την εξερεύνηση του οποίου έχουν αναλάβει άλλοι για δικό μας λογαριασμό και εμείς Tύποις ξεναγούμαστε σε μέρη όπου καθημερινά προβάλλεται η ταινία "το hype...και πως να το αποκτήσετε",μια σύγχρονη παραλλαγή της κωμωδίας του Richard Lester;
Σε περιοχές που δηώνει η συρροή του πλήθους ,καταβάλλοντας έτσι το αντίτιμο για τη δημοφιλία τους ή σε μαγαζιά που αποτιμούν ακριβά τη φιλοξενία τους και την αίγλη του μοντερνισμού που κομίζουν;
Ασφαλώς τα προτιμώ από την αναβίωση περασμένων εθιμικών συνηθειών,μια σύληση σε άψυχα στυλιστικά κουφάρια του παρελθόντος,ένα τρελό γουικέντ στου Μπέρνι με νοσταλγικό άλλοθι.
Όσο για αυτούς που κατατρίβονται στην άγρα του ξέφρενου γλεντοκοπήματος,εξισωμένου,άγνωστο πώς,με την αναζήτηση ενός νοήματος που καταλήγει στο δυσερμήνευτο "να περνάμε καλά",μου θυμίζουν τους παίκτες στα ποδοσφαιράκια των σφαιριστηρίων,όπου ξοδεύαμε τις μίζερες ώρες των εφηβικών μας απογευμάτων μετρώντας καραμπόλες και πόντους σε φλιπεράκια.
Μικροσκοπικά ομοιώματα ποδοσφαιριστών,απαράλλαχτα,δίχως πρόσωπο,καταδικασμένα σε μια αέναη κίνηση σε ζυγούς και υποταγμένα στις στερεότυπες περιφορές της ξύλινης λαβής με μόνη τη φαντασία και τη δεξιοτεχνία του παίκτη να χαρίζει εκλάμψεις πρωτοτυπίας,αγωνίζονται σε ένα ματς όπου αποκλείεται η ισοπαλία.
Και εγώ ένας από αυτούς,ίσως στη θέση του απόμακρου τερματοφύλακα,περιμένω την έκβαση του παιχνιδιού,γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει άλλο κέρμα για να ριχτεί στη σχισμή και να επικυρώσει την προσδοκία μιας πολυπόθητης ρεβάνς.

Saturday, December 15, 2007

Διαβάσεις

Στο μετρό,κάποιες ώρες και σε ορισμένους σταθμούς,διέρχονται σχεδόν άδειοι οι συρμοί.Οι λιγοστοί επιβάτες,αμίλητοι και ανέκφραστοι,ακροβολίζονται με τρόπο που συνιστά κόλαφο για τους ρήτορες των ανθρωπίνων επαφών.Ίσως και να έχουν δίκιο οι αλιβάνιστοι από το φιλάλληλο πνεύμα των γιορτών που δεν αντέχουν την παρουσία του άλλου δίπλα τους και αντίκρυ,δεν υπομένουν πάνω τους το ξένο βλέμμα,αδιάκριτο,διερευνητικό,ενίοτε λάγνο,ποτέ όμως ακτινοβόλο.
Ευτυχώς λόγω των ημερών,τα βαγόνια είναι ασφυκτικά γεμάτα και αδυνατώ να διαπιστώσω τη ματαίωση των σιροπιαστών ασμάτων που,υπεργείως πλέον,μέλπουν την αγάπη σε κοσμοβριθείς πλατείες.Ό,τι καθεύδει,υμνείται.
Προτίμησα,αντί για την αγωνιώδη περιδίνηση σε ορόφους πολυκαταστημάτων,να πιω κάτι.Παρήγγειλα ένα Hennessy πίσω από τη διάφανη πρόσοψη ενός παρακμιακού cafe,ακούγοντας κάτι αδιάφορο να παίζουν τα ηχεία.Ήθελα εκείνη τη στιγμή,παρά την ακαταλληλότητα του χώρου,να ακούσω ένα τραγούδι του Τσιτσάνη.Αναδεύοντας το περιεχόμενο του ποτηριού και πριν αυτό μουσκέψει τα χείλη να ηχήσουν τα λόγια: έχω να λάβω γράμμα σου,σαράντα μέρες τώρα,τάχα να ζης ή χάθηκες σαν το πουλί στην μπόρα.Οι πότες γνωρίζουν πως το αλκοόλ εντείνει τη θέρμη του την ώρα που το κορμί ριγεί.Και γι'αυτό συνεχίζουν οι στίχοι Άλλοι μου λεν πως πέθανες και άλλοι πως ζεις για μένα,και άλλοι πως μ'απαρνήθηκες και πάνε όλα χαμένα.
Τη γλυκανάλατη σκηνοθεσία διέκοψε ο σερβιτόρος που βαριεστημένα ακούμπησε το ποτό στο τραπέζι,συνοδία μπαγιάτικων ξηρών καρπών.Η αδύναμη φλόγα του λειωμένου επιτραπέζιου κεριού έπνεε τα λοίσθια.Παρατηρούσα αφηρημένα την κίνηση έξω από το τζάμι .Σε λίγο άρχισα να μασουλάω ανόρεχτα τους ξηρούς καρπούς,κοιτώντας ρεμβωδώς το φθίνον πυρ.Ένα εξίσου αδιάφορο τραγούδι διαδέχτηκε το προηγούμενο.
Στους δρόμους ο κόσμος περπατά βιαστικά.Το κρύο και η σπουδή μην τυχόν και καθυστερήσουν την φέρελπι συνάντηση με την πλησμονή κάνουν πιο γοργό το βήμα.'Ομως ο ανθρώπινος χείμαρρος ξεφουσκώνει τα νερά του στους φωτεινούς σηματοδότες.Εκεί,για λίγα δευτερόλεπτα,σαν τον ηθοποιό που ψάχνει τις ανάσες του,τον αναγνώστη που σηκώνει το κεφάλι του απ'το βιβλίο,αισθανόμαστε τον κόσμο που εδράζεται στις σκέψεις μας να μεταφέρεται αλλού:
Σε πρόσωπα αγχωμένα,όπως το δικό μας,που περιμένουν,ποιος ξέρει τι άλλο εκτός από τη διέλευση στο απέναντι πεζοδρόμιο,στα χαρούμενα μάτια των παιδιών,στο τυχαίο άγγιγμα απρόσεκτων συνοδοιπόρων και την ευγένεια της συγγνώμης τους,αποδεικνύοντας πως ο πολιτισμός δεν αφορά αποκλειστικά στην καλλιτεχνική έκφραση αλλά και στην πεζή καθημερινότητα.
'Οταν το χρώμα του φωτεινού σηματοδότη αλλάζει ξανά,συνεχίζουμε την πορεία μας και τους ατελεύτητους,αλυσιτελείς μονολόγους μας για να αμφισβητήσουμε άλλη μια φορά την πρόσκαιρη ωραιοποίηση,αντιλαμβανόμενοι την αδημονία των οδηγών που παρακολουθούν το φανάρι μέσα από τον μοναχικό μικρόκοσμο του οχήματός τους.

Tuesday, December 11, 2007

Κόκκινη κλωστή δεμένη...

Όσοι δεν αφήνονται να παρασυρθούν από τον ιοβόλο κυνισμό τους κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων ημερών αλλά αντιθέτως σκηνογραφούν τις ρούγες αντλώντας έμπνευση από τις σελίδες του Ντίκενς και του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν,ας μην περιμένουν αδίκως τις τολύπες του χιονιού να συμβάλλουν στην πλασματική διάσταση της πόλης,αυτήν που ο εορταστικός της στολισμός εμμένει να επινοεί.Οι κλιματικές αλλαγές δεν υπονομεύουν μόνο την ποιότητα της ζωής μας,ανατρέποντας ισορροπίες στον φυσικό κόσμο(ελπίζω ακόμα όχι αμετάκλητα,αν και οι προρρήσεις των ειδικών μόνο νηπενθείς δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν),αλλά εισβάλλουν απειλητικά και στον κόσμο των παραμυθιών.
Πιθανότατα σε μερικά χρόνια η περιγραφή χιονοστεφών πολιτειών,μέσα στις οποίες εκτυλίσσονται οι φανταστικές ιστορίες των χειμαζόμενων πρωταγωνιστών τους,από μόνη της να ηχεί εξωπραγματική στα παιδικά αφηγήματα.
Προς το άμεσο παρόν όμως δεν διακυβεύεται ο κόσμος του μυθολογήματος αφού στο γιορτινό παζάρι θα ψωνίσουμε αφειδώς την παραμυθία μας.Σε προθήκες που θάλπουν αντανακλάται η ξέχειλη εθιμική συγκίνηση,απαραίτητο τελετουργικό για να εισέλθουμε σε μια ουτοπία που συντηρούν οι ίδιοι της οι θεσμοί-η μέθεξη στην αφθονία και η μέθη της κατανάλωσης.Επίπλαστες επιθυμίες,νόθα αποκυήματα που γεννούν η διαφημιστική υπερβολή και η επωδή της στέρησης,σκεδάζονται σε ένα κυκεώνα ιριδωτής φωτοχυσίας,ευοσμιών που σκορπίζουν μοσχοβολιστά γλυκύσματα και λοιπά εδώδιμα,και χρωμάτων που λες και αναβλύζουν από κάποια θερμοπηγή,για να μας μεταφέρουν ως δια μαγείας σε περασμένες ηλικίες,σε στιγμές που έχουν πια χαθεί.
Γιατί όμως αναζητούμε απεγνωσμένα την παυσίλυπη γοητεία του μύθου αφού η ίδια η νεοελληνική πραγματικότητα συνιστά ένα παραμύθι,καίτοι κακότεχνο:ισονομία,κοινωνική δικαιοσύνη,σεβασμός στο σύνταγμα και στα απορρέοντα από αυτό δικαιώματα,στο συνάνθρωπό μας,στο περιβάλλον, όλα εκείνα τα αυτονόητα που ακυρώνονται χάριν της διαφθοράς,της αδιαφάνειας,της ποδηγέτησης της δικαστικής λειτουργίας,της πληθώρας πορισμάτων,εκθέσεων και Ε.Δ.Ε. που προορίζονται για κάποιο ανήλιαγο συρτάρι,των μύριων υπόρρητων κατηγοριών χωρίς σαφή αποδέκτη,της ατιμώρητης κρατικής παραβατικότητας,της κούρασης που επέρχεται από την λατρεία του προφανούς και την έλξη του τίποτα.
Ένα παραμύθι,διαφορετικό από τ'άλλα,καθώς μέσα σ'αυτό ο Τζορτζ Μπέιλυ θα προτιμούσε να είχε χάσει παντελώς την ακοή του,ο πρίγκηπας του Oscar Wilde θα έψαχνε μάταια την ευτυχία που θα τιτλοφορούσε τη συγκινητική του ιστορία και ο Γιάννης ο βλογημένος δεν θα άνοιγε την πόρτα του για να προσφέρει φιλοξενία σ'έναν φτωχό άγιο.

Monday, November 19, 2007

Αντί-στιξη

"Σύντροφε,εε σύντροφε".
Χρόνια είχα να ακούσω κάποιον να με αποκαλεί έτσι,οπότε δεν μπορούσα να φανταστώ πως,εκείνο το πρωινό στην Πλάτωνος,αυτός που χρησιμοποιούσε τη συγκεκριμένη προσφώνηση απευθυνόταν σε μένα.Καθώς όμως η φωνή του συνέχιζε επίμονα να καλεί και μάλιστα με τη συνοδία παρατεταμένου και ενοχλητικού κορναρίσματος,γύρισα για να δω από που προερχόταν.
Οι αδόκητες συναντήσεις με παλιούς γνωστούς,στις καλύτερες των περιπτώσεων,μου φέρνουν συνειρμικά στο μυαλό τον τίτλο μιας εξαίρετης ταινίας επιστημονικής φαντασίας,το 'Invasion of the body snatchers'.Δείχνουν ακριβώς όπως τους θυμάμαι,μόνο που δεν είναι αυτοί.Στις χειρότερες ,όπως όταν κοιτάζουμε μια παλιά μας φωτογραφία και ευθύς αναρωτιόμαστε με ένα αίσθημα πικρίας "έτσι ήμουν;",αντικρίζουμε τώρα μια εικόνα που μας αποσβολώνει με τη σαρκαστική της διάθεση:"έτσι έγινες!".
Αυτός ανήκε στην δεύτερη κατηγορία.Μέσα από τις απαστράπτουσες λαμαρίνες ενός πολυτελούς τζιπ ξεπρόβαλε χαμογελαστός,ευσχήμων όπως πάντα,με τον αέρα που σου προσδίδει η γνωριμία από εκείνη την ηλικία που οι περισσότεροι είμαστε ακόμη ζυμάρι άπλαστο,μειράκια που καταβάλλουν πενιχρό ενοίκιο στα λόγια και στις πράξεις τους.Σφίγγοντας το αφράτο χέρι του,θυμήθηκα τη μελανείμονα φιγούρα του,τα στρατιωτικά αμπέχονα και την υπέρμετρη κατάχρηση,σε βαθμό εκφυλισμού,φράσεων που μιλούσαν για αγώνες και άλλα συναφή τα οποία νοστίμιζε η γαρνιτούρα της αυτάρεσκης δημηγορίας.
Συλλογίστηκα τι να σημαίνουν τώρα γι'αυτόν τα (παρεφρασμένα)λόγια του προσφάτως εκλιπόντος Γάλλου στοχαστή:'Η αντανάκλαση της εικόνας μας στον κόσμο,πιστοποιεί την σχέση μας με αυτόν.Η ανάγκη της συνεχούς επαναδιαπραγμάτευσης αυτής της σχέσης και του επαναπροσδιορισμού της θέσης μας,οδηγεί αναπόδραστα στη φετιχιστική λατρεία του εμπορεύματος,αφού και το ίδιο μας το είδωλο συνιστά ένα τέτοιο αντικείμενο αγοραπωλησίας".
Μάλλον τίποτα,οπότε η ανάσυρση περιστατικών του παρελθόντος,όσα η αποστασιοποιημένη μνήμη και η αμηχανία επέτρεπαν να ανακληθούν,θα αποτελούσε μια νοσηρή νεκροφιλία.'Ετσι,τον αποχαιρέτισα και απομακρύνθηκα βιαστικά,βλέποντας τον να με παρατηρεί όπως κάποιος κοιτάζει 'μια διαδήλωση πίσω απ'τα τζάμια'.
Πάνω στη βιασύνη μου,δεν αντιλήφθηκα το ποδήλατο που ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα από τα αριστερά μου.Η αναβάτιδα του προσπάθησε να με αποφύγει,εξαιτίας όμως της ολισθηρότητας του βρεγμένου δρόμου,δεν κατάφερε να κρατήσει την ισορροπία της.Ντροπιασμένος την βοήθησα να σηκωθεί,αυτή,καθημαγμένη και ελαφρώς σοκαρισμένη,μου χαμογέλασε μαραμένα και αφού με διαβεβαίωσε πως δεν έπρεπε να ανησυχώ,ανέβηκε ξανά στο ποδήλατο και χάθηκε στη στροφή.
Ήπιε μια γουλιά απ'το port,ίσα να νιώσει τη γλύκα του και πάτησε το play.Κάποιος από όλους αυτούς που αρέσκονται να περιχαράσσουν τους ανθρώπους και να εναρχειώνουν αυτά τα περιγράμματα σε ευκόλως αναγνωρίσιμες κατηγορίες,θα την χαρακτήριζε ως φυγόκοσμη και αυτάρκη.Δεν θα μπορούσε όμως να εξηγήσει γιατί η φωνή και μόνο της Joni Mitchell την έκανε να κλαίει.
'Τι θα σώσει απ'το πέρασμα της η μνήμη και τι θα σβήσει;',αναρωτιέται σε κάποιο διήγημά του ο Σωτήρης Δημητρίου.Πώς μπορεί να το ξέρει αυτό κάποια που ακόμα και η αναπαράσταση της ζωής της ήταν γι'αυτήν βάρος περιττό.Ίσως να κρατούσε μόνο την ανάμνηση του μικρού δρυοκολάπτη,ένα καλοκαιρινό απόγευμα,έξω από το μπαλκόνι της,στο δωμάτιο με τους μολύβδινους τοίχους όπου νοσηλευόταν για ραδιοθεραπεία και τα βερικοκί φώτα των πολυκατοικιών,αργά τις νύχτες,να φέγγουν τη νυσταγμένη τους λάμψη στην έρημη πόλη.Στο μεταξύ,είχε τελειώσει το ποτό της και αποκοιμήθηκε όπως κάθε βράδυ-με το φόβο της μετάστασης,σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι της.
Το άλλο πρωί ξύπνησε δύσθυμα και ετοιμάστηκε να φύγει για τη δουλειά της.Είχε ήδη αργήσει,έπρεπε να βιαστεί.Θα πήγαινε με το ποδήλατο.Η βροχή είχε σταματήσει και τέτοια ώρα ήταν απίθανο να συναντήσει κίνηση.Οι άδειοι δρόμοι,οι οποίοι νυχθημερόν φθέγγονται για την καφρίλα των νεοελλήνων οδηγών,αυτής της κακοφορμισμένης πληγής στο έτσι και αλλιώς ρυπαρό δέρμα,την περίμεναν να τους διατρέξει με την ταχύτητα που η ξαφνική ριπή του ανέμου σχίζει τη στραφταλιστή επιφάνεια της θάλασσας.
Λίγο αργότερα,ένας αγουροξυπνημένος από πρωινά κορναρίσματα κάτοικος της οδού Πλάτωνος,θα ρουφούσε αργά τον καϊμακλήδικο καφέ του,σκεπτόμενος τη ζωή σαν ένα διαρκές ερωτηματικό,χωρίς να υποψιάζεται πως έξω από το παράθυρό του τρεις άνθρωποι μοιάζουν με τα αποσιωπητικά πριν από μια δοθείσα απάντηση.

Wednesday, November 07, 2007

Πλάβο Σρέντα (Blue Wednesday)

Όταν ο Τουργκένιεφ δήλωνε πως "όλοι βγήκαμε από το παλτό",αναγνώριζε την καθοριστική συμβολή του Γκόγκολ στη διαμόρφωση του Ρώσικου Μυθιστορήματος.Και αν σκεφτούμε πως ο δημιουργός του Μπαζάροβ και του Ρούντιν αναφερόταν στον εαυτό του ως "λογοτέχνης και τίποτε άλλο",τότε ο φόρος τιμής που αποτίνει στον προγενέστερο ομότεχνό του είναι βαρύτατος.
Τι συμβαίνει όμως με τους άσημους και ασήμαντους ανθρώπους(η κοινή ετυμολογία δεν εμποδίζει κανέναν από εμάς να συμπληρώσει όπως επιθυμεί το νοερό βιογραφικό του),οι οποίοι διαμορφώνουν ένα κάποιο ύφος,όχι για τα καλλιτεχνικά μυθεύματα,αλλά για τα βιωματικά;
Άραγε οι επινοήσεις και οι παρανοήσεις,ηθελημένες οι πρώτες,ακούσιες οι δεύτερες,οι οποίες αποτελούν τα υλικά με τα οποία καλαφατίζονται οι χαραγές μας,είναι κάτι που η ζωή μάς επιφυλάσσει ανεπιγνώστως και ανεξαιρέτως ή μήπως πρέπει να κοιτάξουμε προς τα πίσω και να αναρωτηθούμε "πόθεν";Να αναζητήσουμε δηλαδή το δικό μας παλτό.
Θα ήταν άδικο,ωστόσο,να αποδώσουμε τη στέρφα ρητορική μας και την απουσία μιας φασματικής όρασης σε συγκεκριμένα καλλιτεχνικά προϊόντα.Μεγαλύτερη ευθύνη φέρει η ψυχική διάθεση που γεννά η θλιβερή εποχή του φθινοπώρου με τα παγωμένα πρωινά και τα νωχελικά απογεύματα,το σιγανό,μονότονο μαστίγωμα της βροχής,με τις σταγόνες της σαν υγρά κάγκελα μιας φυλακής αναμνήσεων,τους λιγοστούς διαβάτες που θυμίζουν συνθήματα ενός τοίχου σ'ένα δρόμο αδειανό και τις λαμπερές επιφάνειες,σκουρόχρωμοι κρύσταλλοι πάνω στους οποίους καθρεφτίζονται σποραδικά στιγμιότυπα αυτής της πόλης,ζωντανεύοντας με μεταφυσικό τρόπο το πικρό απαύγασμα του αγαπημένου Σκιαθίτη:"Σα να 'χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου".
Καπνίζω μετά από καιρό,ακούγοντας τον Κωσταντίνο,τη στραπατσαρισμένη του ποπ,όπως ο ίδιος την χαρακτηρίζει.Τα λόγια του με πονάνε,όπως πάντα:"Όλα αυτά που είχες πει,τώρα μοιάζουν με ένα έρημο μέρος".Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια από τότε που τον πρωτοάκουσα,δεν έπαψα ποτέ μέσα σ'αυτό το διάστημα να ταξιδεύω στα τοπία που δημιουργούσαν οι στίχοι και η μουσική.Και όταν,με την πάροδο των ετών,'οι φίλοι έμοιαζαν με τα ταξί στη μπόρα',η ονειρική του φωνή αρκούσε για να με σκεπάσει
σαν ένα πανωφόρι,σαν ένα ζεστό παλτό.

Sunday, October 07, 2007

...and did you care when I cut my hair?Cause I wanted you to

Θα μπορούσαν να μην είναι στίχοι ενός τραγουδιού αλλά να συνιστούν μικρό δάνειο από ομιλίες οι οποίες διασπαθίζονται διαρκώς σε μια καθημερινότητα που δεν μας έχει συνηθίσει σε ανάλογες εκδηλώσεις υπεράριθμης ειλικρίνειας.
Αναμφίβολα,παρόμοιες εξομολογητικές φράσεις αποτελούν υστερόχρονες δικαιώσεις για ένα πλήθος από αναβληθείσες στιγμές που κρύφτηκαν στη σιωπή και την αδυναμία μιας και δεν έπαψαν ποτέ να αμφιβάλλουν για τον ίδιο τους τον εαυτό.
Δεν είναι όμως η συγκεκριμένη υπέρβαση που πραγματώνεται σαν γλυκιά εκδίκηση αυτή που έχει σημασία,όσο η μικρή χαραμάδα που αφήνεται ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες.Οι φιλέρημοι γνωρίζουν πως με τις συστηματικές καταθέσεις στο ταμείο της μόνωσης,θα έρθει η στιγμή για την είσπραξη των τόκων.Και είναι διαφορετική η πραγματικότητα που βιώνουν όλοι όσοι περιμένουν στην ουρά για το ταμείο από αυτήν που αντιλαμβάνονται εκείνοι που επένδυσαν διαφορετικά,αναζητώντας άλλου είδους όραση."Αλλιώς ζούμε όταν μιλάμε και αλλιώς όταν σωπαίνουμε" λέει ο ηλικιωμένος άγνωστος στην όμορφη πόρνη που ζούσε τη ζωή της.
Απειροελάχιστα διαρκεί το σκοτάδι καθώς εναλλάσσεται με το φως όταν τα μάτια σκαρδαμύσσουν,έτσι και στα λόγια των Blueboy υπάρχει ένα σύντομο κρυφοκοίταγμα μέσα από τη λεπτή σχισμή,η αναζήτηση μιας σιωπηρής επικοινωνίας,βαθύτερης και από το νόημα που εκφράζουν οι ίδιες οι λέξεις.Και όταν κάπου αλλού τραγουδούν "I 'm young and quite pretty don't hurt me",η τρυφερή τους παράκληση πέφτει στο κενό με την ίδια ευκολία με την οποία η πληκτική άφιξη ενός ακόμη ήρεμου,κυριακάτικου απογεύματος μάς ωθεί να γράφουμε τέτοια αναίτια κείμενα.

Wednesday, September 05, 2007

Φάτα Μοργκάνα

Τα δυσάρεστα νέα από το τηλέφωνο με συντάραξαν κάπως.Όχι μόνο επειδή αφορούσαν στο τροχαίο ατύχημα που είχε ένας καλός μου φίλος.Αλλά και λόγω της αμηχανίας που σου προκαλεί η συμφορά που πλήττει εσένα τον ίδιο,καθώς περιγελά και τα ελάχιστα εναπομείναντα ψήγματα ανθρωπιάς και φιλαλληλίας με την επαίσχυντη εξωμοσία της συνείδησης απέναντι στα μακρινά βάσανα.
Όταν πήγα στο σπίτι του να τον δω,τον βρήκα κατάκοιτο μπροστά σε μια αναμμένη τηλεόραση.Την ώρα εκείνη κάποιος δημοσιογράφος ανακοίνωνε την εύρεση και άλλων νεκρών από τις πυρκαγιές ενώ οι τηλεοπτικοί τυμβωρύχοι εξακολουθούσαν να κορδακίζονται,πάντα σεμνότυφα,καταφεύγοντας ενίοτε σε υποκριτικούς βρυχηθμούς,θυμίζοντας κάποιο νωδόν τέρας από το οποίο το μόνο που απομένει είναι η ασχήμια.
Λυπήθηκα μόλις άκουσα την είδηση,ταυτόχρονα όμως με έθλιβε η εικόνα του πληγωμένου μου φίλου που για λίγο ξέφυγε από το μοιραίο.Κοίταξα μουδιασμένος την οθόνη.Η αμφιθυμία που τόσο με γοητεύει στην ανθρώπινη συμπεριφορά,πλέον δεν θα μπορούσε παρά να έχει περάσει στο στρατόπεδο της οργής,της απόγνωσης και του πόνου.Πολύ φοβάμαι όμως πως αυτά θα καταλαγιάσουν μέχρι την επόμενη καταστροφή και πως η αμνησία θα ενσκήψει και πάλι ως ενδημική νόσος της ελληνικής κοινωνίας.
Καθώς σουρούπωνε,στο μικρό διαμέρισμα έμπαινε ένα χλωμό,φθινοπωρινό φως.Πλησίασα προς το παράθυρο και κοίταξα έξω στον ακάλυπτο.Αν το συνεχές μουρμουρητό της πόλης ακούγεται στους δρόμους που διασχίζουμε,στους ακάλυπτους ηχούν μεμονωμένοι ψίθυροι.Νοικοκυρές άπλωναν ρούχα στο ημίφως.Σε ένα σκοτεινό κτήριο που ορθωνόταν απέναντι,κάπου άναψε ένα φως.Φάνηκε ένα νεαρό κορίτσι.Κουβαλούσε έναν σωρό από χαρτιά και άρχισε να βγάζει φωτοτυπίες.Μάλλον θα ήταν κάποιο συγκρότημα γραφείων και αυτή ίσως δούλευε υπερωρία.Δεν απείχε πολύ από το παράθυρό μας,έτσι μπορούσα να διακρίνω τις μηχανικές της κινήσεις,πλήρως εναρμονισμένες με τον αυτοματισμό του φωτοτυπικού.Σε μια στιγμή σταμάτησε και άρχισε να κλαίει.Έριξα πάλι μια ματιά στο στενάχωρο δωμάτιο,στη γαλαζωπή οθόνη και ξανά σε αυτήν.Εικόνες σαν διφορούμενοι αντικατοπτρισμοί.Η ζωή που αναθεματίζεται και δεν εκτιμάται όσο πρέπει,η ζωή που θέτει δοκιμασίες και σε κλονίζει και αυτή που χάνεται,αφήνοντας πίσω της οδύνη και βασανιστικά αναπάντητο ένα γιατί.
Πάμε στο μάτι του κυκλώνα,πολύ ωραία το γράφει ο Καββαδίας στη 'Φάτα Μοργκάνα' του.Όχι όμως σαν έτοιμοι από καιρό,μιας και οι παράδοξες αντανακλάσεις θα εξακολουθούν να μας ξαφνιάζουν κάθε φορά,δίνοντας στην ανθρωπιά μια δεύτερη ευκαιρία.


Για τη Φάτα Μοργκάνα,εδώ

Tuesday, July 31, 2007

Summer on the Jukebox

Η πόλη σβήνει,σαν όνειρο την αυγή,στις μικρές σύρτεις διαγράφεται τώρα το αδιέξοδο. Μια αίσθηση τέλους την ώρα της αμφιλύκης,το κυπαρισσί χρώμα του νερού βάφει αυτό το στιγμιότυπο που δεν θα θαυμάσουμε ποτέ σε ιλουστρασιόν τουριστικούς οδηγούς.
Ξαφνικό μπουρίνι τ'απόγευμα,αδειάζει βιαστικά η πλαζ,εικόνα εγκατάλειψης,μ' άφησες σαν πόλη τουρκεμένη,έχουμε ήδη φύγει και δεν ακούμε το τραγούδι της έρημης παραλίας.Όμορφα μυρίζει το χώμα μετά τη βροχή,μόνο τη στιγμή μην αφήνεις αμνημόνευτη να χαθεί.Φύλαξε την κάπου,να την στερεώσεις.Μα τι να το κάνω το χαρτί και τ' άψυχο το σώμα,που συ έχεις φύγει μακριά και γω πονώ ακόμα.
Τα τραγούδια ξέρουν να πληγώνουν.Και να μας γιατρεύουν όμως ξανά.
Φωτεινή,μελωδική,ενίοτε μελαγχολική, pop και ύστερα το 'Cool Summer' του Bob Lind,το 'Θέρος' του Coti K,η φωνή της Ρένας Κουμιώτη,οι όλκιμες νότες στο κλαρίνο του Αριστόπουλου,για το τέλος ένα τραγούδι που λατρεύω,ένα τραγούδι για την Ελπίδα,μια λεπτή κοπέλα,έτσι όπως ακριβώς μας κάνουν το λάμδα και το γιώτα του ονόματός της να φανταζόμαστε,το soundtrack που επιλέγουμε κάνει διαφορετικά τα καλοκαίρια μας.
Ας είναι και έτσι,μου λες.Το ξημέρωμα θα μας βρίσκει το ίδιο αμήχανους.

Τότε μόνο ακούγεται μια ψαλμωδία:
Βγήκε τ' άστρο της αυγής
στο παράθυρο της γης
Βοσπορίτισσα κοιμάσαι
να ξεχνάς,να μη θυμάσαι

Γι' αυτά τα μάτια,καίει το καντήλι
λες κι είναι ελπίδα που 'χει ανατείλει
γι' αυτό το σώμα,τ άσπιλο σώμα
μέχρι και ο θάνατος πεθαίνει ακόμα
...
Το αλκοόλ θα με βοηθήσει να αγνοήσω την κρύα σιωπή που απλώνεται ανάμεσα στους στίχους,τα ένδοξα αυτά ερείπια ανέκκλητων διαπιστώσεων.Ούζο 'Πιτσιλαδή' και 'Kaiser',χιλιοστόλιτρα ευφορίας σε αδιάφορες ημέρες,διαθέσεις που λυγίζουν από εύπλαστες αλήθειες,μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;
Επίμονο τερέτισμα,δαιμόνιο μεσημβρινό,ο αέρας μέσα από τα φύλλα της συκαμινιάς,τα γέλια των φίλων,"ακόμα δεν ετοιμάστηκες;",ακούγεται χαρούμενη η φωνή από έξω,"ακόμα δεν κουράστηκες;",δεν ακούγεται η φωνή από μέσα,ο ιδρώτας κυλάει στο αλμυρισμένο κορμί και ο χρόνος το ίδιο.Κυλάει μέσα σε ένα όνειρο καλοκαιρινής ημέρας για να το οδηγήσει ξανά στο τέλος του.

Monday, July 09, 2007

Η λάθος ημερομηνία

Το Σάββατο ήμουν προσκεκλημένος σε γάμο.'Ηταν ένα ευχάριστο διάλειμμα από τη ράθυμη αναμονή των διακοπών και η παρουσία αγαπημένων προσώπων υπήρξε ευεργετικό αντίβαρο για την αρνητική επίδραση που ασκούν πάνω μου παρόμοιες τελετές.
Ένα ηδύποτο ρουμπινί ήταν ό,τι έπρεπε για να ξεκινήσει το δύσκολο βράδυ,καθώς οι φορτωμένες με κάλπικο ενδιαφέρον ευχές των αυχμηρών προς τους εναπομείναντες μπεκιάρηδες,έκαναν κάθε φορά τις συνομήλικες και ανύπαντρες φίλες μου να αρπάζονται από μένα για να κρατηθούν σαν να είχαν δεχθεί ένα ξαφνικό χτύπημα.Αισθανόμουν στα γυμνά τους μπράτσα τις φλέβες να χτυπούν με δύναμη κάτω από το στιλπνό δέρμα,ακολουθώντας τους βίαιους παλμούς της καρδιάς τους και τις κοφτές ανάσες.
Σκεφτόμουν αυτή την παρέα που κάποτε θεωρούσε επαχθή δοκιμασία την επαφή με την πεζή πραγματικότητα,που αναλωνόταν σε ασκήσεις ύφους,ξεπατικωμένων από βιβλία ή ταινίες,ολοένα να λιγοστεύει,διατηρώντας μονάχα αμείωτη την πίστη της στο αλκοόλ.Ήμουν ήδη ζαλισμένος όταν άκουσα από ορισμένους συνδαιτυμόνες να μιλάνε για τους ευχάριστους οιωνούς που έκρυβε η σημερινή ημερομηνία,σύμφωνα με την αριθμολογία,τις κινήσεις των πλανητών και τον ζωδιακό κύκλο.Μισογέλασα σαρκαστικά τσιτάροντας Αντόρνο :"Τα ζώδια είναι η μεταφυσική των νηπίων",φροντίζοντας παράλληλα να αποκρύψω τεχνηέντως την δική μου επιστροφή στη νηπιακή ηλικία πριν λίγα χρόνια,όταν έναντι αδρής αμοιβής αποτάθηκα σε μέντιουμ ζητώντας συμβουλές για το μέλλον των Αιγόκερων με ωροσκόπο Σκορπιό.Φαιδρή κατάντια.
Άκουγα τώρα ότι η 07/07/07 ήταν μια σωστή επιλογή ημερομηνίας για γάμους για αυτό είχε σημειωθεί και αυξημένη τέλεση μυστηρίων.Υπολογίζονταν πως οι γαμήλιες τελετές ανέρχονταν σε κάποιες χιλιάδες,με την εκτίμηση ενός μέσου όρου καλεσμένων,αυτοί μπορούσαν να υπολογιστούν σε κάποια εκατομμύρια,οι ποσότητες οινοπνεύματος έφτανε κάποιους τόνους-ένα πλήθος στατιστικών στοιχείων που,διασκορπισμένα σε άχρηστες πληροφορίες,μας απομάκρυναν από το καθαυτό γεγονός -την ένωση των δύο σε ένα.
Έβλεπα τους νιόπαντρους και στο νου μου έφερνα διαρκώς ένα ρεφρέν των Cocorosie,ένα τρυφερό νανούρισμα για ενήλικες :"I 'll always be by your side".Καθώς το αλκοόλ κυλούσε ήρεμα επάνω στις λέξεις,άρχισα να νιώθω περισσότερο τον τόνο της γυναικείας φωνής.Αψύς και ταυτόχρονα απαλός,σαν την κάθε μία γουλιά,χωρίς όμως και την συνακόλουθη αναζήτηση της παραμυθίας μέσα σε αυτή.
Η αφοσίωση μπορεί να μην ψήλωσε ποτέ κανέναν,σίγουρα όμως τον βάθυνε.Ίσως κάπου να το έχω διαβάσει αυτό,δεν είμαι σίγουρος,μου άρεσε έτσι όπως ήρθε ακάλεστα να μου θυμίσει τον Χριστιανόπουλο:
"Αν δεν μπορείς να χτίσεις
μπορείς να σκάψεις
αν δεν μπορείς να γίνεις
μπορείς να είσαι".
Το πρώτο φως του ήλιου μάς βρήκε στους δρόμους,πρόθυμους να δοθούμε και ίσως λίγο σοφότερους.
Καθόμουν σήμερα,ήρεμος και ξεμέθυστος,άρα λιγότερο ευσυγκίνητος,και άκουγα τον Δεληβοριά να τραγουδάει για το καλοκαίρι που θα ΄ρθει.Και χωρίς να το καταλάβω χρυσαφένιοι δρόμοι μεταφέρθηκαν στο μπαλκόνι μου,μαζί και οι διαβάτες τους με τις θερινές τους οπτασίες.Αν βέβαια κάποιος θεωρούσε το πορτοκαλί πιο κατάλληλο χρώμα,δεν θα φέρναμε αντίρρηση,μόνο που θα διστάζαμε μη τυχόν και το θεωρήσουμε και εμείς χρώμα της παραφροσύνης όπως εκείνος ο ζωγράφος και κόβαμε το αυτί μας,ένα θέαμα καθόλου ευχάριστο,τουλάχιστον για το καλοκαίρι.
Μακάρι να ήμουν ο εξαιρετικός Χρίστος Παπαγεωργίου,ο οποίος μπορούσε να σε καθηλώσει αναλύοντας ένα αινιγματικά μετέωρο σολ του Σοπέν,για να σου πω με πιο χαρισματικό τρόπο πως αυτό το χτύπημα του Φοίβου στα πλήκτρα του πιάνου που βαθμιαία κλιμακώνει την ένταση του,ηχεί σαν τα αγχωμένα βήματα που ανεβαίνουν γρήγορα τις μισοσκότεινες κλίμακες των πολυκατοικιών κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ,μέχρι να ανοίξει η πόρτα του διαμερίσματος και να κλείσει το ίδιο βιαστικά,φυλακίζοντας πίσω της τους αναστεναγμούς που κανείς δεν θα ακούσει.Για τη λάθος ημερομηνία,
για όλα εκείνα τα βράδυα που θα τους λείπει η αγάπη.


(στη Ν. που μου έστειλε το τραγούδι).

Thursday, June 14, 2007

Hypnotic

Ανέστιος και πένης τον τελευταίο καιρό,μοιράζοντας τον χρόνο μου σε γραπτές δοκιμασίες και περιστασιακές δουλειές με σύντομη ημερομηνία λήξης,είχα μετατρέψει σε δεύτερη κατοικία μου τα φοιτητικά αναγνωστήρια.
Στην αρχή περνούσα την είσοδο τους με κάποια απροθυμία.Ένας προγάστωρ κουρούπης ανάμεσα σε λιπόσαρκους νεαρούς και λαμπερές ατθίδες δίνει αναμφιβόλως την περιπαικτική εντύπωση κάποιου που νεάζει,προσπαθώντας να επιστρέψει για λίγο στα άγουρα χρόνια.Η αφόρητη όμως κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι δεν μου άφηνε άλλη λύση.
Έπειτα από ένα σύντομο ανιχνευτικό πέρασμα από σχολές,κατέληξα σε αυτό της Ιπποκράτους.Βολικό το ωράριο και οι κανονισμοί,ανεκτές οι συνθήκες για ανάγνωση και το κυριότερο,μπορούσες να 'χαθείς'.Σε άλλα,όπως φερ'ειπείν αυτό της Ιατρικής,όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους,η παρουσία του επήλυδος είναι πιο εξόφθαλμη και από μαύρη κηλίδα που εμφανίζεται επιπολής,κάτι που με εμπόδιζε να περνάω απαρατήρητος,όπως επιθυμούσα.
Επιπροσθέτως,ένας ακόμη λόγος για τον οποίο επελέγη το συγκεκριμένο,ήταν η χρονική σύμπτωση των επισκέψεων μου με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις.Παρακολουθούσα από το παράθυρο το νεανικό ανθρωπομάνι και παρόλο που η εικόνα δεν είχε κάτι το καλλιτεχνικό,ωστόσο μου θύμιζε εκείνο που είχα διαβάσει στον Τέλλο Άγρα,πως η τέχνη είναι το όραμα του κόσμου διαμέσου μιας ιδιοσυγκρασίας.Ίσως έχουμε προσκολληθεί υπερβολικά σε αυτή την τελευταία ,τι να πω,δηλώνω αναρμόδιος να δώσω σχετικές απαντήσεις,με χαροποιούσε πάντως το ότι κάποιοι υπεράσπιζαν τον κόσμο που οραματίζονται.Ακόμα και αν ορισμένοι από αυτούς είναι αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά (όπως τραγουδούσε ο Πορτοκάλογλου.Χμ!) ή εκφράζουν ένα παρόν που κάνει την επανάστασή του για να έχει αναμνήσεις στη συντήρησή του (όπως έγραφε,σε άλλη περίπτωση,ο Βακαλόπουλος) η παρουσία τους στο δρόμο είναι προτιμότερη από τη δική μου παραλυτική ηττοπάθεια.
Το έξω λοιπόν με αποσκοράκιζε ως ρεφορμιστή και μοιρολάτρη,το μέσα επομένως ήταν απαραίτητο για να μου χαρίσει την εξάλειψη των ενοχών με τη λυτρωτική ομοιομορφία που μετέδιδαν στους σιωπηλούς παρευρισκόμενους οι σειρές των εδωλίων.
Και ο τελευταίος λόγος και ίσως ο πιο σημαντικός ήταν ότι σε μια από τις αρχικές επισκέψεις εκεί,είχα αισθανθεί ένα οικείο άρωμα: το hypnotic του Dior.Σαν το σκυλί του Pavlov που μέσω της υποκατάστασης ενός ερεθίσματος είχε οδηγηθεί σε μια αντανακλαστική αντίδραση,έτσι και εγώ είχα συνδέσει το συγκεκριμένο άρωμα με έναν παλιό μου έρωτα.Με ένα ανάμεικτο συναίσθημα φόβου και ελπίδας άφησα το βλέμμα μου να περιφέρεται πάνω από σκυμμένα κεφάλια όντας σίγουρος πως θα την έβλεπα να με κοιτά από κάπου και να χαμογελάει,δεν είμαι βέβαιος αν ήταν στην αίθουσα ή στο παρελθόν που έψαχνα,έτσι και αλλιώς η αναζήτηση απεδείχθη άκαρπη,όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε.
Υπέθεσα πως το φορούσε κάποια από τις φοιτήτριες,που πιθανώς ερχόταν τακτικά,μιας και το άρωμα το είχα αντιληφθεί και άλλες φορές να πλανάται στο χώρο και να με αποσπά από το διάβασμα.
Τελικά με κάποια λύπη διαπίστωσα πως αυτό που μύριζε ήταν το υγρό καθαρισμού που χρησιμοποιούσαν για το πάτωμα του αναγνωστηρίου.Αυτό ίσως να δικαιολογούσε και το γιατί,ενώ οι φωνές των φοιτητών στο δρόμο εντείνονταν,εμείς βυθιζόμασταν σε ένα νήδυμο ύπνο.

Wednesday, May 30, 2007

Στο μετρό

Οδωνύμια και προτομές επιφανών,διάσπαρτα σε κάθε πόλη,αναφορές σε πρόσωπα που κυκλοφορούν ανάμεσα στα βιβλία Ιστορίας και σε προσωπικές αφηγήσεις,ένα σωρό ονόματα ανασύρονται από τη μνήμη για να μας υπενθυμίζουν πως είμαστε τα άγνωστα θύματα του χρόνου,οι ανάξιοι της αθανασίας .Μείζον το Α και εμείς οι μικρές του ασυμφωνίες.
Και δεν είναι μόνο οι ευκλεείς μορφές της Ιστορίας που έρχονται να στάξουν φαρμάκι στην πληγή της θνητότητας,αλλά και αυτές που γεννήθηκαν στην άψυχη ύλη,
αποκυήματα της φαντασίας και του ταλέντου κάποιου δημιουργού,διεκδικώντας ως αυθύπαρκτες πλέον οντότητες τα ψιχία αιωνιότητας που τους αναλογούν,εκτοπίζοντας ίσως και τον ίδιο τον εμπνευστή τους από τη συλλογική μνήμη.
Βλέπω τώρα αυτό το κορίτσι με το ωραίο πρόσωπο που διασχίζει την έρημη αποβάθρα του μετρό,φθαρμένο από τη νεροτριβή της ρουτίνας,να μη συλλογάται πως δεν πρόκειται να μνημονευτεί πουθενά παρά μονάχα σε δύο πιθαμές από σμιλεμένο μάρμαρο και πως το κάλλος της μορφής της θα διασωθεί για λίγο μόνο,προτού χαθεί οριστικά,σε κάποιες φευγαλέες στιγμές μας νοσταλγικής αναπόλησης.

Tuesday, May 29, 2007

They're coming to get you,Barbara

Ο καημένος ο Τσίτσικοφ περιπλανιόταν στη Ρωσία,διέσχιζε τις αχανείς εκτάσεις της ρωσικής στέπας γυρεύοντας νεκρές ψυχές ενώ το σημερινό τηλεοπτικό σκηνικό,σε ένα μεγάλο μέρος του,θα διευκόλυνε κατά πολύ το έργο του μιας και το απλό πάτημα ενός κουμπιού είναι αρκετό για να αποκαλυφθεί ο νεφελώδης κόσμος των νεκροζώντανων:Περσόνες που φλυαρούν,κανιβαλίζουν,ενίοτε αυτοταπεινώνονται, που κοιτάζουν από την κλειδαρότρυπα,συμμετέχουν σε ένα ψηφιακό Κολοσσαίο με ακκίζοντες μονομάχους,ανθρώπινα θηρία και ψωνισμένους πιστούς(της διασημότητας και του εύκολου πλουτισμού).
Ο καταγγελτικός τόνος δεν υποδηλώνει αποστασιοποίηση από ένα κοινωνικό σώμα που πιθανώς νοσεί αλλά ίσως μόνο μια πτωχαλαζονική πεποίθηση πως εμείς αποτελούμε παροράματα της υπάρχουσας εικόνας.
Δυστυχώς αυτή η γυάλινη κοινωνία του υπερθεάματος που τρέφει και συντηρεί την υπερβολή στα τηλεοπτικά μουσεία του κιτς,όπως και αν τη δούμε,είτε ως απόρροια της χωλότητας του παραγωγικού συστήματος με την άνιση,σε σχέση με άλλους τομείς,ενίσχυση του τομέα της ψυχαγωγίας είτε ως πολυπόθητο ζητούμενο για τη διαιώνιση κάποιας δεδομένης κατάστασης αποχαύνωσης,διογκώνεται βαθμιαία,μολύνοντας όλο και περισσότερους,δίνοντας την (διαστρεβλωτική,όπως και η ίδια) εικόνα του "ατελείωτου χαβαλέ".
Δεν είμαι σίγουρος τελικά ποια από τις δύο λέξεις με ενοχλεί περισσότερο.

Friday, May 18, 2007

Οι ζωές των άλλων

Σαν μια καρτ ποστάλ σταλμένη σε φίλο που έχασε το ταξίδι φαντάζουν στα μάτια μου οι μικροί αφανείς πεζόδρομοι και οι κρυμμένες,από τις πυκνόφυλλες μουριές,πλατείες της πόλης,όπως γεμίζουν με τραπεζάκια και πλήθος κόσμου με τη δροσιά που φέρνει το βράδυ.
Ένα σμάρι από ανθρώπους,οι οποίοι,σε αντίθεση με τα συμπαθή θαλασσοπούλια που λαλούν θρηνωδώς στ'ακρογιάλι την ώρα του απογεύματος,μας μεταφέρουν πρόωρα μια νωχελική εικόνα του θέρους εν μέσω εύθυμων ασμάτων,φωνασκιών και τσουγκρισμάτων.
Και αφού η ευωχία προηγείται της μέθης,η αλήθεια αρχίζει να τραυλίζει πριν από τη γλώσσα.Όταν έρχεται η ώρα της απομαγνητοφώνησής της,εμείς,οι καθήμενοι σε διπλανά τραπέζια,γινόμαστε ακούσιοι ακροατές ξένων διηγήσεων που μας κάνουν να αισθανόμαστε μια μικρή δόση ζήλειας για τις ζωές των άλλων,παρόμοια με αυτή που νιώθουμε τη στιγμή που μας ενθουσιάζει η ανάγνωση ενός ξένου κειμένου.
Περιστατικά,πρόσωπα,τοποθεσίες,παντελώς άγνωστα και ασύνδετα με τις δικές μας εμπειρίες μάς προσκαλούν σε μια ταινία που δεν γνωρίζουμε το σενάριο της και η οποία συνεχίζει αργότερα,μέσα στη διάτρητη από φωτισμένα διαμερίσματα νύχτα,με τις βουβές παραστάσεις στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών,να μας θυμίζει πως στην κινηματογραφοφιλική Αθήνα οι ζωές των άλλων αντικατοπτρίζουν πρωτίστως το δικό μας βλέμμα,τη δική μας ζωή.

Monday, May 14, 2007

Συχνάζεις στα μικρά καφέ

Έσβησα την τηλεόραση ανίκανος να συνειδητοποιήσω πόση ασχήμια μπορεί να χωρέσει σε ελάχιστα λεπτά τηλοψίας.Έχω κόψει το τσιγάρο και σκέφτηκα πως λίγο περπάτημα στην Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τα ερημωμένα βαγόνια του ΟΣΕ στο Ρουφ θα καλμάριζε τα νεύρα μου.Δεν είχε υπερβολική υγρασία και έτσι στη συμβολή με την Ιερά οδό θα μπορούσα να θαυμάσω τα χρώματα του δειλινού μιας και στο σημείο εκείνο ανοίγει ένα μεγάλο κομμάτι του ουρανού.
Βρήκα ένα καφενεδάκι απόμερο και έκατσα να πιω κάτι,μακριά από τα στίφη αυτών που καταφτάνουν στην περιοχή όλο ύφος και έπαρση.
Λίγα τραπέζια και σώματα βαριά άρχιζαν να ρίχνουν τις σκιές τους στο γκρίζο πάτωμα.Το κάθε ένα από αυτά έχει και μια ιστορία να σου πει,μόνο που δεν είναι η αφήγηση αυτή που με γοητεύει αλλά ό,τι αποσιωπάται.
Θυμήθηκα τον παλιό καφενέ στη μικρή πλατεία του χωριού,όπου πήγαινα μικρός μαζί με τον παππού και άκουγα να μιλάνε σε μια γλώσσα που δεν πολυκαταλάβαινα όμως με έθελγε η μελωδικότητα της.Πρόσφυγες από τον Πόντο,βρήκαν σε εκείνο το χωριό των Σερρών έναν τόπο να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους.
Ο πιο αγαπημένος σε εκείνη την παρέα ήταν ο θείος Δημήτρης,ένας μακρινός ξάδερφος της μάννας μου.Άνθρωπος κιμπάρης με τη λαϊκότητα που συναντάς στον Χατζή ή στον Κόντογλου.Μετά τον θάνατο της γυναίκας του,τα παιδιά του θέλησαν να τον πάρουν στη Δράμα,να μείνει μαζί τους σε διαμέρισμα.
Έκλαιγε σαν μικρό παιδί όταν του το ΄παν.
"Γιώργη",έλεγε στον παππού μου,"σε όλη μου τη ζωή δεν έχω κάνει κακό σε κανέναν.Γιατί τώρα θέλουν να με φυλακίσουν;"και συνέχιζε:"να με διώξουν για δεύτερη φορά από τον τόπο μου δεν θα τ'αντέξω".
Έλεγε την αλήθεια.Μαράζωσε και γρήγορα πήγε να συναντήσει τη γριά του.
Την τελευταία φορά που τον είδα,μια αδύναμη φλόγα τσίριζε δειλά στο αδειανό από λάδι καντήλι.Είχε από καιρό χορταριάσει το μνήμα και μόνο λίγα μικρά λουλούδια,κίτρινα και λευκά,ξεχώριζαν καθώς το διάφανο αεράκι που φυσούσε απαλά τα έκανε να γέρνουν ελαφρά προς το κρύο χώμα.
Δεν ξέρω τι με έκανε και τα θυμήθηκα όλα αυτά ενώ βρισκόμουν σε αυτό το ιδιότυπο αναχωρητήριο με τη λαϊκή μουσική και την παγωμένη μπύρα.
Ήταν μήπως το σούρουπο που ήδη άρχιζε να βάφει τα τζάμια του μαγαζιού με ένα μίζερο φως,τονίζοντας την εικόνα της διάλυσης και την παρελκυστική ατμόσφαιρα,τα μπουκάλια της Kaiser καθώς το ένα διαδεχόταν το άλλο,ή ο κιτρινισμένος φάκελος με το όνομα μου ως παραλήπτης και ένας σωρός επιστολών που είχαν στοιβαχτεί μέσα του;
Πλήθος λέξεων,αφημένες στο ξεθωριασμένο χαρτί,που δεν σημαίνουν τίποτε πια.Ποτέ δεν σήμαιναν.Εμείς επιλέγουμε την πλάνη.
Έβγαλα προσεκτικά όλα τα γράμματα,τις κάρτες και τις φωτογραφίες και άρχισα να τα σχίζω ένα ένα.Τα επώδυνα ενθυμήματα μετατρέπονταν σταδιακά σε αμέτρητα μικροσκοπικά κομμάτια χαρτιού,ώσπου ένα ξαφνικό φύσημα του ανέμου τα παρέσυρε από το τραπέζι μου.
Συνέχισα να πίνω την μπίρα,παρατηρώντας τα να έχουν σκορπίσει σε μια άκρη του σκονισμένου δρόμου,ανάμεσα σε ξερά χόρτα, και να μοιάζουν με μικρά λουλούδια,κίτρινα και λευκά.

Wednesday, May 02, 2007

Out of time man

Αν στις χαραυγές ξεχνιέμαι,τα απογεύματα υπάρχουν για να θυμάμαι.
Ίσως επειδή σε εκείνες τις βόλτες με το σύθαμπο θαρρούσα πως κάτι μαλάκωνε γύρω μου και εντός μου, τότε που ο ήχος του Εσπερινού μπερδευόταν με τις φωνές εκείνων που με βοηθούσαν να βρω τη δική μου φωνή.
Ο Morrissey και ο Cave,οι στέρεο νόβα και η Πλάτωνος, με στίχους που αφηγούνταν ελεγείες και σάτιρες,διέσχιζαν τα χρόνια που σαν ρυάκια μνήμης μετέφεραν ξερά,πεθαμένα φύλλα στα ήσυχα νερά τους για να δημιουργήσουν δίνες γύρω από ένα χαμένο κέντρο.Αυτό που εσφαλμένα μάλλον γύρευα σε περασμένες εικόνες:στους παλιότερους που γλίστρησαν στον κόσμο των σκιών,στους αυλόγυρους που σώπασαν για πάντα,σε όλα αυτά που ρήμαξαν.Και όσο καθαρότερα προσπαθούσα να διακρίνω αυτές τις εικόνες,τόσο ξεθώριαζε το νόημα τους.
Ναι,κάτι είχε οριστικά τελειώσει όπως οι έρωτες το καλοκαίρι,καθώς αυτό πλησιάζει στη δύση του,ή αντιστρόφως, το ίδιο το καλοκαίρι 'μόλις συνειδητοποιήσεις πως έχεις ερωτευτεί'.
Μόνο που ο ουρανός συνέχιζε να μου ξεδιπλώνει τη δύναμη του,το γλυκό,γαλήνιο φως του και μια απέραντη σιωπή,και ο αέρας,άλλοτε ελαφρύς και ψυχρός,άλλοτε υγρός και ζεστός,ανάδευε τις αγαπημένες έσω φωνές που ανέφερα προηγουμένως,φωνές που σαν Σειρήνες με καλούσαν κοντά τους.
Και αν εκείνη η νύχτα δεν μου είχε ανοίξει τα μάτια,αν δεν έψαχνα εκεί που ανθίζουν τα άγρια ρόδα,τα τριαντάφυλλα μιανής ημέρας,αν δεν ήμουν ένα μικρό αγόρι
με ματ συναισθήματα,τότε αυτό που νιώθω τώρα,περνώντας έξω από γνώριμες εισόδους πολυκατοικιών που χάσκουν στο ημίφως ψιθυρίζοντάς μου λησμονημένα ονόματα,αυτό το ακαθόριστο αίσθημα δυσφορίας στην περιοχή του στέρνου,
δεν θα το ονόμαζα λύπη,δεν θα το έλεγα πόνο.

Sunday, April 29, 2007

"My bones hold a stillness,the far Fields melt my heart"

-"Θα αλλάξω,θα δεις.Βαρέθηκα πια".
Λίγα λόγια,φθαρμένα,που οφείλουν τον όποιον εντυπωσιασμό στην παραφορά της στιγμής που τα προκάλεσε.
Δεν αμφιβάλλω,ωστόσο,για την εντιμότητα των προθέσεων που φανερώνουν οι δηλώσεις αυτού του είδους.Απλά τείνω να τις αποδέχομαι πλέον ως κομμάτι της απόδοσης ενός ρόλου και τίποτε παραπάνω.
Μου ήταν δύσκολο να αποθαρρύνω τη συντροφιά μου που αδυνατούσε να δει πως δεν είναι ο φόβος και η συνήθεια τα μοναδικά γυμνά ντουβάρια που ορθώνονται ολόγυρά μας για να εντείνουν την ηχώ μιας σκυφτής ζωής,αλλά και τα ίδια μας τα περιγράμματα.
Τα αδυσώπητα όρια του καθενός από εμάς τα οποία,μοιάζοντας με απαντήσεις που γυρεύουν τα ερωτήματά τους,μας εμποδίζουν να περπατήσουμε σε απάτητα μονοπάτια.
Ευτυχώς είναι η πραγματικότητα αυτή που προλαβαίνει πάντα το απαισιόδοξο επιμύθιο,επιφυλάσσοντας,έστω και σπάνια,στιγμές ψυχικού μεγαλείου,στιγμές εξαιρετικής διαύγειας και πολυπόθητης γαλήνης,οι οποίες μας κάνουν να βλέπουμε λίγο καθαρότερα και να ανοίγουμε πού και πού την πόρτα της φυλακής μας.
Θα συνεχίζαμε την κουβέντα μας,όμως έδειχνε μαγευτικό το δειλινό και το άφθονο αλκοόλ γρήγορα μας χάρισε τη λήθη των διαφωνιών μας και το συνωμοτικό γέλιο.
Ένα γέλιο που ηχούσε σαν μια δέσμη κλειδιών,από χρόνια σκουριασμένων.

Sunday, April 22, 2007

"Hope" is the thing with feathers

"Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια".
Τον επισκέπτομαι ξανά και ξανά,με την ίδια συχνότητα που με κλονίζει η αμφιβολία διαβάζοντας αυτόν τον στίχο.Ίσως επειδή πάντα βρίσκομαι ένα στάδιο πριν αυτή(η ελπίδα) εκπνεύσει,εκεί που φύεται ο ρομαντισμός.
Στις εσχατιές των λειμώνων της,όπου ανθεί το ανεκπλήρωτο.
Όμως εκείνο το πρωί ήθελα να διατρέξω αυτές τις εκτάσεις,όχι απλά να τις ατενίζω,αποκομίζοντας έτσι μια εύθυμη εντύπωση απέραντης ζωής.
Τότε που καίτοι κλινήρης,ένιωθα ευγνωμοσύνη για τη λιγοστή θέρμη που μου χάριζε ο αδύναμος πρωινός ήλιος,καθώς λίγο λίγο γέμιζε με το φως του το κρύο δωμάτιο.Έχοντας στρέψει το βλέμμα στο ολάνθιστο κηπάριο του νοσοκομείου προσπαθούσα να μη σκέφτομαι το δέρμα μου,ακόμα λαμπερό και σφιχτό,να σκίζεται από την κοφτερή λεπίδα.
Φοβισμένος και λυπημένος συνάμα έβλεπα έξω την Άνοιξη βιαστική,να μην περιμένει κανέναν.Από το ανοιχτό παράθυρο μπορούσα να μυρίσω το χαμομήλι οικτίροντας εκείνη την στιγμή τον εαυτό μου που χαράμισα το καλοκαίρι μου ενώ είναι ακόμη Μάης.

Παρατηρούσα τώρα,ζαλισμένος, τις αχτίδες του ήλιου που τρύπωναν ανάμεσα στη φυλλωσιά των δέντρων προκαλώντας το ζωηρό παιχνίδισμα του φωτός.
Και αυτό το μικρό λαμπύρισμα φάνταζε σαν μια υπόσχεση που δόθηκε αμυδρή,διστάζοντας σαν ελπίδα.


(Ο τίτλος δανεισμένος από ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον.
Στο κείμενο υπάρχουν λόγια του Μανόλη Αναγνωστάκη,του Μπερνάρντο Σοάρες και του Τζωρτζ Μπάυρον).

Wednesday, March 28, 2007

Missing the moon

Ως γνωστό,η ελπίδα είναι αυτή που ξεψυχά τελευταία και εφόσον εμείς επιμένουμε να εθελοτυφλούμε στη διάρκεια του βίου μας,καλό είναι να υπάρχει κάποιος να μας κρατάει συνεχώς από το χέρι και να οδηγεί τα βήματα μας.Τα μέσα που η ίδια η ελπίδα μετέρχεται,πειστικά ή όχι,συνιστούν ιδανική συντροφιά για τις ψευδαισθήσεις μας:
Κανείς δεν λείπει πραγματικά σε κανέναν,κανείς δεν μπορεί να νιώσει κανέναν και όμως αναζητούμε κάτι που δεν ξέρουμε ή νοσταλγούμε κάτι που δεν ζήσαμε.Στιγμές ενσυναίσθησης ή απωλεσθείσας τρυφερότητας.Δεν είμαστε τίποτε άλλο από ξερονήσια,κουκκίδες μιας άγονης γραμμής,δυσπρόσιτα και αφιλόξενα.
Καθώς όμως πέφτει το βράδυ,αφήνοντας ως αναμνήσεις μελιχρές εικόνες της ζωής που πια έχει φύγει,κάπου ανάβει ένα μικρό φως,από κάποιον έρημο φάρο,μια αμυδρή υπόσχεση στοργής για εκείνους που ταξιδεύουν κοντά μας.Για εκείνους που αφήνονται να τους καθοδηγήσει αυτή η μικρή λάμψη που καθρεφτίζεται στα παγωμένα νερά.
Ωστόσο άγνωστη παραμένει η πορεία αυτών που προσπερνούν,των ανοικονόμητων περιπτώσεων που χάνονται στο κρύο και σκοτεινό πέλαγος,νοσταλγώντας το μελαγχολικό φως της σελήνης.

(E la nave va).

Tuesday, March 20, 2007

Movie Movie

Αν και έχω αναφέρει κάποιες αγαπημένες ταινίες είτε έμμεσα, είτε μετά από την πρόσκληση της αγαπητής Cuentos nat και στην οποία απάντησα στο ιστολόγιο της,ωστόσο η discolata μου δίνει την ευκαιρία να παραθέσω και κάποιες άλλες:
1.Irma la douce - The apartment.
Ο λεπτός κυνισμός του Wilder αναδεικνύεται μέσα από εξαιρετικούς διάλογους απλών ανθρώπων που όμως μοιάζουν τόσο ξεχωριστοί.Ο συνδυασμός του Jack Lemmon(απροσδόκητα φινετσάτος για κωμικός) με την Shirley MacLaine είναι μοναδικός και στις δύο ταινίες.
2.Ridicule.
O φακός του Leconte θαρρείς πως είναι ερωτευμένος με τις πρωταγωνίστριες του.Δεν ήξερα ποια από τις ταινίες του να επιλέξω,τελικά η ζυγαριά έγειρε προς τη συγκεκριμένη.Ο Jean Rochefort,απολαυστικός άλλη μια φορά,το ίδιο και το αγωνιώδες κυνήγι των λέξεων που καταδυναστεύει όλους εκείνους που συμμετέχουν σε αυτό,με την τυραννία της οξύνοιας,όπως χαρακτηριστικά την αποκαλεί ο ξεπεσμένος ευγενής προτού αυτοκτονήσει,να παίζει πρωτεύοντα ρόλο σε ένα θέατρο ανθρώπινων αδυναμιών.
3.The ladykillers - The lavender hill mob.
Ο φλεγματικός Alec Guiness δίνει ρέστα σε αυτές τις 2 μαύρες κωμωδίες των Ealing studios,όπου τα μελετημένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια σχέδια δύο συμμοριών ανατρέπονται από τα ειρωνικά παιγνίδια της τύχης.
4.Τα φτερά του έρωτα.
Από τις ταινίες που πεισματικά αρνούμαι να παρακολουθήσω στη μικρή οθόνη,περιμένοντας το καλοκαίρι μήπως και την ξαναδώ σε κάποιον θερινό,για να φύγω το ίδιο συγκλονισμένος κάθε φορά.Στα λίγα λεπτά που μεσολαβούν από τους τίτλους τέλους μέχρι την στιγμή που θα περάσεις την πόρτα της εξόδου και θα ανάψεις βιαστικά τσιγάρο,βρίσκεσαι μετέωρος ανάμεσα στις σκηνές του δρόμου ή της πλατείας και σε αυτές του φιλμ και βαδίζεις στα χαμένα, επαναλαμβάνοντας σαν υπνωτισμένος:"Όταν το παιδί ήταν παιδί..."
5.Croupier.
Ακόμα και αν δεν υπήρχε ο Ντοστογιέβσκη με τον "Παίκτη" ή η προσωπική(περιστασιακή) ενασχόληση με τον τζόγο,η ταινία θα έμπαινε στις αγαπημένες μου για τον κυνισμό και την αίσθηση της νωθρότητας με την οποία ερμηνεύει τον ρόλο του ο υπέροχος Clive Owen.
6.Matrix 1.
Αμφιταλαντευόμουν μεταξύ αυτής της ταινίας,του Star Wars 1(Episode IV) και του fight club.Αν και βρίσκω αριστουργηματική την ταινία του Fincher στο πρώτο ημίωρο,μετά κάπου χάνεται και το story κάνει κοιλιά για να σε ξανακερδίσει πλησιάζοντας προς το τέλος.Για την τελική επιλογή αναγκάστηκα να παρακολουθήσω τη συγκεκριμένη για να θυμηθώ κάποιες σκηνές με αποτέλεσμα να με καθηλώσει από την αρχή μέχρι το τέλος.Αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να δικαιολογήσει την απόφαση.
7.O γρουσούζης.
Ορέστης Μακρής.Τίποτε άλλο(αν και αδικώ εδώ τον Τζαβέλα).

ΥΓ1.Θέλω να σημειώσω πως αισθάνομαι άσχημα που ενώ σε αυτό το παιγνίδι των ταινιών συμμετείχα,στο προηγούμενο στο οποίο με είχαν προσκαλέσει η archive και ο houli v δεν είχα συμμετάσχει,έχοντας αποφασίσει να μην ξαναγράψω στο ιστολόγιο.Ελπίζω να με συγχωρέσουν.
ΥΓ2.Ο τίτλος του ποστ είναι δανεισμένος από την ομώνυμη ταινία του Stanley Donen.

Monday, March 12, 2007

A certain evening light

'Hμουν μες στην αγάπη σου τόσο καιρό κλεισμένος,
μ'αυτό δε θέλω και να πω,πως μου ήταν φυλακή:
μα τι τα θες,όλα περνούν,ας μένει ίσαμ' εκεί
θέλω να φύγω τώρα πια,γιατ' είμαι κουρασμένος...

'Ισως κανένας πιο τρελός,ή πιο βασανισμένος,
να βρει σε σένα την παλιά χαρά,τη μαγική
όσο για μένα,δε μπορώ,μου είν'αρκετό ως εκεί
θέλω να φύγω τώρα πια,γιατ'είμαι κουρασμένος...

Θέλω και πάλι να χαθώ στην πρώτη μου σιωπή,
να μη θωρώ,να μη γροικώ τι γίνεται τριγύρω,
να λησμονήσω ως και χαρά κι αγάπη τι θα πει

Θέλω τα μάτια μου τα δυο να κλείσω,και να γείρω,
κι αφήνοντάς σε να χαθείς στα πέρατα του δρόμου,
να σ' έχω,τότε,συντροφιά,για πάντα,στ' όνειρό μου...

Αυτό δεν είναι ένα σονέτο του Λαπαθιώτη.Είναι ένας κόσμος ή μια πόλη.Ένα μέρος οικείο που δεν ξέρεις τι υπάρχει έξω από αυτό.Περνάς συνέχεια από τις πλατείες του όμικρον,στρίβεις με κάποιον φόβο στις γωνίες του νι,κοντοστέκεσαι διαρκώς στα μονοπάτια του ταυ.
Όλη σου η ύπαρξη είναι εγκλωβισμένη σε αυτές ακριβώς τις αράδες.Πίσω από τα γράμματα φανερώνονται οι συνήθειες,ανάμεσα στα κόμματα μετράς τον χρόνο.
Και είναι πραγματικά αστεία τα παιγνίδια που αυτός μας παίζει.
Τόσο καιρό χάθηκες στους λαβύρινθους αυτής της φανταστικής πόλης,ενώ δεν αρκούν παρά ελάχιστες στιγμές για να διαγραφούν όλες οι διαδρομές που χάραξες και οι άσκοπες περιπλανήσεις σου.
'Ενα ξεχασμένο πρόσωπο που αναπάντεχα συναντάς και δυο μάτια που κάποτε το χρώμα τους σου θύμιζε καλοκαιριάτικα απογεύματα τα σβήνουν όλα αδιακρίτως.
Κρίμα που μια φράση παραμένει ανεξίτηλη:
"Είχα τόσα ωραία πράγματα και συ μου τα χάλασες".


(Το ποίημα Απαύδημος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τις εκδόσεις Ζήτρος.
Ο στίχος των στέρεο νόβα από "το ταξίδι της φάλαινας").

Thursday, February 01, 2007

Eyes without a face

Πολλές φορές έχουμε βρεθεί να διατρανώνουμε τον θαυμασμό μας για μια συγκεκριμένη σκηνή μυθοπλασίας,απόσπασμα κάποιου έργου ή ενός βιβλίου,σε φίλια πρόσωπα ή να εισπράττουμε τη δική τους έξαψη όταν αναφέρονται σε κάποια από αυτές τις σκηνές.Ωστόσο,δεν είναι αυτή καθαυτή η δραματουργική ή η αφηγηματική τέχνη που μας γοητεύει εκείνη τη στιγμή,όσο τα ιδιαίτερα βλέμματα των συνομιλητών μας.
Οι μοναδικές διαδρομές τους που ως μέλη ανεπίλυτων εξισώσεων τούς καθιστούν μύστες ενός διαφορετικού νοήματος κάθε φορά.
Δυστυχώς η συνθήκη αυτή καθίσταται εξ ορισμού ανεφάρμοστη στις δικές μας άφατες μυθοπλασίες για τη ζωή που δεν ζούμε,για τη χαρά που δεν γευόμαστε,οι οποίες εμφορούνται από τον ενδοτισμό στη δογματική μονομέρεια.
Πολυκαιρισμένες εντυπώσεις και στιγμιαίες αισθήσεις συνθλίβονται από τον υποκειμενισμό που τις διέπει,υπονομεύοντας διαρκώς την προσπάθεια να τα βρούμε λιγάκι με τον εαυτό μας.
Ευτυχώς οι ακριβές λέξεις της Άννας:
"Έμαθα να ζω απλά και με σοφία
Τον ουρανό να βλέπω και να δοξάζω το Θεό
Να γυρίζω ώρα πολλή στου δειλινού την ησυχία
Την αχρείαστή μου αγωνία να ξεχνώ"
που μας συντροφεύουν στους προσφιλείς περιπάτους,
έρχονται να μας απαλλάξουν πρόσκαιρα από το βάρος των νοημάτων που,φευ,δεν αξιώθηκαν της πολύσημης ερμηνείας.


(Η μετάφραση του άτιτλου ποιήματος της Αχμάτοβα είναι του Γιώργου Μολέσκη από το βιβλίο "Ρώσοι ποιητές του εικοστού αιώνα" των εκδόσεων Μεσόγειος).

Sunday, January 21, 2007

Ρέκβιεμ για ένα όνειρο

Γύρισε αποκαμωμένος από το γραφείο,δεν είχε όμως χρόνο για να ξεκουραστεί.Τα τιμολόγια είχαν στοιβαχτεί στο ντοσιέ και θα του έπαιρνε ώρες μέχρι να ξεμπερδέψει με αυτά.Θέλησε να πιει κάτι προτού ξεκινήσει και να ακούσει λίγη μουσική.
Εκτιμούσε τη βελούδινη κάψα του αλκοόλ όλο και περισσότερο τον τελευταίο καιρό,την απαλότητα της κάθε γουλιάς πάνω στα τεντωμένα,μετά από μια δύσκολη μέρα,νεύρα του.Οι στίχοι του τραγουδιού γέμισαν σε λίγο το άδειο δωμάτιο:
-"Γι'αυτό το σπίτι ζω...γι'αυτά τα κάδρα στο φθαρμένο σαλόνι".
Κάπως έτσι ένιωθε και για το λιτό του διαμέρισμα.Δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστοι μήνες που το είχε νοικιάσει και ήδη αποτελούσε καταφύγιο για αυτόν,απροσπέλαστο από τις απογοητεύσεις που ενέδρευαν σε ασήμαντα συμβάντα.
Το κλείσιμο της εξώπορτας υποδήλωνε το προσκλητήριο για τις σκιές που τον συντρόφευαν στο μικρό δυάρι.Σύντομες,βουβές διηγήσεις εκτυλίσσονταν ανάμεσα στους τοίχους του τις ώρες της ποθεινής ιδιώτευσης,αυτές που τα σβησμένα αποτσίγαρα έμεναν να μετρούν.
Περασμένες μορφές και αντηχήσεις σκόρπιων λέξεων,την ευκρίνεια των οποίων ενέτεινε το αλκοόλ,στοίχειωναν τις οπτασίες του.
-"Γι'αυτά τα μάτια ζω,γι'αυτά τα μάτια που δακρύζουν για μένα".
Η μελωδική φωνή συνέχιζε την εξομολόγησή της,όμως αυτός δεν την άκουγε πια.
Είχε αποκοιμηθεί από την κούραση,αποζητώντας στο όνειρο του την ίδια κίβδηλη,όπως και στο τραγούδι,υπόσχεση της αγάπης.


Οι στίχοι που "ακούγονται" είναι από τους εξαιρετικούς Κόρε.Ύδρο.

Friday, January 19, 2007

Φώτα νέον

Υποβολέας του αφασικού παραμιλητού μας είναι τα μικρά θαύματα που αναζητούμε στις άδοξες μέρες μας,ως άρτυμα στην άνοστη καθημερινότητα και η δάνεια γνώση,αυτά που μας εκμυστηρεύτηκαν όλοι εκείνοι που κάποια στιγμή τόλμησαν να γράψουν για τον πόνο του ανθρώπου και των πραμάτων ή προσπάθησαν να τον γιατρέψουν με νότες και εικόνες.
Εικόνες σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτές που συνθέτουν τα pixel της οθόνης,στις οποίες βρίθει η αποθέωση της βλακείας,η διαστρέβλωση των γεγονότων και η υποτίμηση της νοημοσύνης των θεατών,εκμαιεύοντας,μέσω του περιεχομένου τους,πικρές παραδοχές συνηθειών μας που πλέον βούτηξαν σε λιμνάζοντα ύδατα,πάνω στα οποία διαχέονται φώτα νέον.
Η νέα τάξη πραγμάτων και η νέα τιθασευμένη κοινωνία της νωχέλειας απεικονίζονται,κυρίως η πρώτη ,η δεύτερη προκύπτει ως αποτέλεσμα της εκ του μακρόθεν παρακολούθησης της διαμόρφωσης αυτής,στα αποσπασματικά στιγμιότυπα σαν φωτογραφίες του όχι και τόσο μακρινού μέλλοντος.
Ο μετριοπαθής σχετλιασμός για την νεοσυντηρητική πραγματικότητα,αν και δεν πηγάζει από ηττοπάθεια,αλλά μάλλον από τον συστηματικό βιασμό της αίσθησης δικαίου,προβάλλει με δυσοίωνο τρόπο αυτά που έπονται.
Όταν δηλαδή οι οιμωγές των μανάδων με τα σφαγιασμένα αγγελούδια στην αγκαλιά τους,η απόγνωση για το αύριο και η προσπάθεια αντίστασης από τους μη έχοντες στην εκπόρνευση της αξιοπρέπειας τους δεν θα είναι παρά υπολανθάνουσες παράμετροι σε διαγράμματα οριακών παραγωγικοτήτων και επανασχεδιασμένων χαρτών.
Και εμείς απλώς θα αλλάζουμε κανάλι,εκφράζοντας την αποδοκιμασία μας για τα τεκταινόμενα.
Μόνο ο στίχος του ποιητή απέμεινε να με σαρκάζει αλύπητα:
-"Μας γέρασαν προώρως Γιώργο,το κατάλαβες;"

Tuesday, January 16, 2007

The trick is to keep breathing

One man's drink is another's poison.Ο παράδοξα,για την εποχή,ηλιόλουστος καιρός,ευεργετικός για πολλούς,συνιστά ταυτόχρονα και μαράζι για τους εραστές των άχαρων ημερών.
Όμαιμος με αυτούς,συχνά αφήνομαι στη γκρίζα γοητεία του παγωμένου αέρα που μυρίζει βροχή ενώ το μουντό,υγρό σκηνικό με κάνει να ξεχνιέμαι πίσω από ένα τζάμι.Δεν κοιτάζω έξω,απλά μου αρέσει να παρατηρώ το νότισμα που αφήνει η αναπνοή μου,αποζητώντας στη θαμπάδα του γυαλιού ένα πρόσκαιρο μυστικό καταφύγιο για τις πιο μύχιες σκέψεις,αυτές που οδηγούν τα δάχτυλα μου να γλιστρήσουν απαλά πάνω του.
Κάθε ανάσα και μια λέξη,φευγαλέα αποτυπωμένη στην κρύα επιφάνεια,καρτερώντας το ζεστό χνώτο να της χαρίσει διάρκεια.Οι εκπνοές συνεχίζουν,υπαγορεύοντας την ανάγκη αυτών των βραχύβιων γραπτών να εμφανιστούν για λίγο μόνο και έπειτα να σβήσουν σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Πριν από ένα περίπου χρόνο ανακάλυψα τα ιστολόγια και αίφνης βρέθηκα από την άλλη πλευρά της τζαμαρίας,παρατηρώντας τα κείμενα αγνώστων ανθρώπων που σχημάτιζαν οι δικές τους ανάσες,οι δικές τους αχνές γραμμές.
Πολλοί από αυτούς συνεχίζουν ακόμα,ήρθαν και άλλοι πολύτιμοι,κάποιοι κουράστηκαν και πήραν άλλο δρόμο,όπως θα γίνει και με εμάς κάποια στιγμή.Πάντως και τότε θα παίρνουμε δύναμη,επαναλαμβάνοντας ρυθμικά στον εαυτό μας,με κάποια απροσδιόριστη,είναι αλήθεια,αισιοδοξία,τα λόγια της Shirley Manson:" the trick is to keep breathing".


(Κάποτε μου είχες σχολιάσει πως γράφουμε για να ευμορφαίνει ο κόσμος.Ας το προσπαθούμε λοιπόν,ο καθένας με το δικό του τρόπο,έστω και αν απατώμεθα.Άλλη επιλογή δεν έχουμε.Η φωνή του Χατζιδάκι στον τελευταίο στίχο του "Κεμάλ" μού είναι πλέον δυσβάσταχτη).

Sunday, January 14, 2007

Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο

Οι παλάμες του είχαν ιδρώσει.Έκλεισε τα μάτια του ικετεύοντας την Λάχεση να είναι το δικό του όνομα αυτό που θα ανεδείκνυε η κληρωτίδα.Ήταν μοναδική ευκαιρία να αποδείξει όχι απλά την αξία του,αυτή ήταν εγνωσμένη,αλλά το ότι η κορυφή τού ανήκε.Τόσα χρόνια η σκιά του άλλου τον σκέπαζε.Η αποδοχή και ο σεβασμός συντρόφων και εχθρών δεν ήταν αρκετός.Ποτέ δεν είναι.
Σε λίγες στιγμές όμως όλα θα άλλαζαν με τη βοήθεια της Μοίρας που φαίνεται τον εισάκουσε.Το όνομα του θα βρισκόταν στα χείλη όλων ως ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής.Σε λίγο.
Θυμήθηκε τον γέρο πατέρα του και το σπίτι που τον νοσταλγούσε."Θα έχουν καρπίσει τώρα τα στάχυα" σκέφτηκε.Εκείνη την γλύκα του σταρένιου ψωμιού θα την γεύοταν ξανά στα συμπόσια με τους φίλους και το φλογάτο κρασί;Πόσες φορές πεθύμησε την βαθυγάλανη θάλασσα της Σαλαμίνας σε αυτά τα δέκα χρόνια;Τίποτε από όλα αυτά που θύμιζαν την ευτυχία των απλών πραγμάτων δεν είχε πια σημασία.
Έπρεπε τώρα να αφαιρέσει από τον άνθρωπο που στεκόταν απέναντί του όλα αυτά που έδιναν την χαρά και στον ίδιο.Το φιλί της γυναίκας,τα μάτια του γιου του,τη στοργή της μάνας.Και αν τραβούσε για τον χαμό,δεν τον ένοιαζε.Μόνο αν άκουγε τον θρήνο της Ανδρομάχης για τον άντρα της θα ήξερε πως είναι ο κορυφαίος.
Γελάστηκε όμως και τελικά δεν του δόθηκε αυτό που ποθούσε.Την επόμενη φορά που η δόξα τού αρνήθηκε ξανά την αγκαλιά της,στερώντας του τα όπλα του Αχιλλέα,τον λατρέψαμε.
Εκείνη τη στιγμή που η κοφτερή λεπίδα βυθιζόταν στα σπλάχνα του,νιώσαμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά ότι αυτός δεν ήταν γιος θεάς.

Tuesday, January 02, 2007

Pinocchio land

Ξύπνησα κάθιδρος με τις σκηνές του εφιάλτη νωπές ακόμα στο μυαλό μου.Αναζήτησα το ποτήρι με το νερό που αφήνω πάντα δίπλα στο κομοδίνο.Για άλλη μια φορά μετάνιωσα που είχα πιει τόσο πολύ το προηγούμενο βράδυ και τώρα ο ύπνος συνοδευόταν από ακατάληπτες εικόνες μέσα από τις οποίες φανερωνόταν ένας κόσμος κυριευμένος από την αλήθεια.Σε αυτές διακρίνονταν ακανόνιστα μια δράκα αξιοπρεπών,κατά κοινή ομολογία,ανθρώπων που εμφατικά δήλωναν πως δεν είναι τίποτε άλλο από κύμβαλα αλαλάζοντα,οι επευφημίες μιας παρέας προς ένα μέλος της,καθώς οι υπόλοιποι του εξέφραζαν τα συγχαρητήρια τους για την επιτυχία του και ταυτόχρονα τον παρακαλούσαν να σταματήσει να τους σκοτώνει με αυτήν και ένα κορίτσι που τσακισμένο κοίταζε τον ήλιο να δύει από το μοναχικό της πλέον διαμέρισμα,ψιθυρίζοντας με κόπο "ποτέ πια".
Μια σειρά καταστάσεων όπου η αλήθεια είναι έκδηλη χωρίς να αποσιωπάται,ηθελημένα ή αθέλητα.Μόνο αυτή υπάρχει και η βεβαιότητα της που μέσα τους πνίγουν κάθε ανθρώπινη ατέλεια,κάθε πλάνη ή ελπίδα.
Ήπια το νερό και ξάπλωσα ξανά.Τότε με ρώτησε:
-τι σου συνέβη;φώναζες στον ύπνο σου και τρόμαξα.
-Τίποτα,πέσε να κοιμηθείς.Ένα άσχημο όνειρο ήταν.
-Ήπιες πάλι,ε;
-Ούτε σταγόνα,στο ορκίζομαι.
Αφέθηκε στη ζεστή αγκαλιά της εξαπάτησης και με ευχαρίστησε για αυτό με το βλέμμα της.Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβα να δω πριν σβήσω το φως ήταν η αμφιβολία που τρεμόπαιζε στα διάστικτα μάτια της.

Καλή χρονιά και ψηλά τα χέρια

Προτού καλά καλά διαβούμε το κατώφλι του νέου έτους,κάποιοι ένοπλοι συμπολίτες μας πέρασαν αυτό της τράπεζας,αναζητώντας εκεί κάτι περισσότερο από το φλουρί της βασιλόπιτας.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες νιώθουμε το πείσμα να μας θωρακίζει και παίρνουμε αποφάσεις που κρίνονται καθοριστικές."Ένα χρόνο σοφότεροι και πιο ώριμοι" συνηθίζουμε να λέμε και απλά αντιλαμβανόμαστε πως κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας όταν το χωνευτήρι της ρουτίνας καθιστά αυτές τις βαρυσήμαντες δηλώσεις μας έναν ξεχασμένο χρησμό.
Μετά από λίγο καιρό και είναι εκπληκτικό το πόσο σύντομος είναι,οι υποσχέσεις γλιστράνε στη λήθη,εμείς συνεχίζουμε ίδιοι και απαράλλαχτοι νιώθοντας μόνο ενοχές για τις δεσμεύσεις που δεν τηρήσαμε.
Για καλή μας τύχη όμως,η καθημερινότητα και η επωδός της,η οποία συντίθεται από τέτοια περιστατικά,διαλύουν την αχλύ που περιβάλλει την έλευση της πρωτοχρονιάς ως οριακό σημείο για τη μετέπειτα πορεία μας και μας γλυτώνει έτσι από τις τύψεις,επιφυλάσσοντας και για αυτές το ίδιο τέλος με τους αναρίθμητους όρκους.


(Προς αποφυγή παρεξηγήσεων,επ'ουδενί επιδοκιμάζω παράνομες πράξεις ιδιαίτερα όταν αυτές προκαλούν την απώλεια αθώων ανθρώπων).

Wednesday, December 27, 2006

Island breezes

Μου αρέσει η αίσθηση της Κυριακής.Να περπατάω σε μια πόλη που για λίγο προτίμησε τη σιωπή,δίνοντας μου την αίσθηση πως όλα είναι εντάξει,πως τίποτα άσχημο δεν θα συμβεί.
Να τριγυρνάω άσκοπα,χωρίς προορισμό,υπακούοντας στα λιωμένα adidas,μια ασήμαντη μονάδα στο αχανές αστικό τοπίο που όμως είμαι κομμάτι του και αυτό είναι δικό μου.
Να βλέπω τις παρέες που με προσπερνάνε και να ζηλεύω το δόσιμο και το δέσιμο που διακρίνω στα πρόσωπα τους.Αν ζητούσα να ακούσω τις εξιστορήσεις της ζωής τους,αυτές θα αποκαλύπτονταν ως γραμμικές αφηγήσεις που σε κάποιο σημείο θα τέμνονταν και ύστερα θα συνέχιζαν αλλοιωμένες.
Αυτά σκεφτόμουν κάποια μέρα και είχα απορροφηθεί τόσο που δεν κατάλαβα τη φωνή από δίπλα μου.Είχε χαθεί και μου ζήτησε να την καθοδηγήσω.Τα έχασα και εγώ κοιτάζοντας την και αυτό φάνηκε να την διασκεδάζει.Δεν ήταν ούτε η φλέβα στον ωραίο λαιμό ούτε η σχισμή στο στήθος που κυρίως με εντυπωσίασαν αλλά το χαμόγελο που μου χάρισε σαν να με γνώριζε χρόνια.Κάποιους ανθρώπους τούς περιβάλλει μια γλυκιά αύρα που σε τυλίγει και σε καθησυχάζει όπως η ηρεμία της βροχής που βλέπεις να πέφτει πίσω από ένα τζάμι.
Αντικρίζοντας αυτό το όμορφο και ευγενικό πρόσωπο ένιωσα την ερημιά της πόλης να γίνεται δική μου.Τι άλλο είχα να πω εκτός από ονόματα οδών;
Με ευχαρίστησε και κατευθύνθηκε προς το σημείο που της είχα υποδείξει,ώσπου χάθηκε από τα μάτια μου.Εγώ απέμεινα να στέκομαι εκεί,μες στην παρήγορη γαλήνη του άδειου δρόμου,καθώς αυτός θα εξακολουθούσε να αφηγείται τις ιστορίες των περαστικών που δεν θα συναντηθούν ποτέ οι πορείες τους,που θα συνεχίζουν για πάντα παράλληλες,όπως και οι δυο πλευρές του.

Angel,down we go together

Υπάρχει μια αξιοσημείωτη διάκριση στο ρυθμό με τον οποίο αλλάζει το ενδόμυχο κομμάτι του εαυτού μας και το εξωτερικό του περίβλημα.Το τελευταίο,υπακούοντας στις νόρμες μιας καθορισμένης βιολογικής πορείας μεταβάλλεται αργά,νομοτελειακά,δίχως να ξαφνιάζει ιδιαίτερα τα βλέμματα των άλλων.
Ο χρόνος,χρησιμοποιώντας αόρατα υλικά,σμιλεύει με στωικότητα τις εξωτερικές επιφάνειες,προβάλλοντας,ως έμπειρος τεχνίτης,τις όποιες αλλαγές αφήνει στο πέρασμα του.Μόνο που αυτές οι επιφάνειες λαξεύονται εκ των έσω,δυσχεραίνοντας έτσι την παρακολούθηση της διαδικασίας μετασχηματισμού τους,το σίγουρο πάντως είναι πως ό,τι αλλάζει εντός μας γίνεται ταχύτερα από όσο θα ήθελε κάποιος να πιστεύει.
Κάθε νέο πρόσωπο και μια άλλη επίστρωση,κάθε ατυχής εμπειρία και ένα κέλυφος.Φτάνουμε στο σημείο να παρατηρούμε στον καθρέφτη το παιδί που δεν είναι πια παιδί αλλά όταν κοιτάζουμε μέσα μας,αυτό που βλέπουμε να μη μας θυμίζει τίποτε πια.
Μόνο κάποιες προσπάθειες γραφής,έστω και απέλπιδες,προσπαθούν να διαπεράσουν ό,τι μας εμποδίζει να δούμε καθαρά σε αυτήν την ενδοσκόπηση.
Και αν στην κατάβαση μας προσκαλούμε μαζί μας άγνωστα μάτια,κανένα πρόβλημα.Ο δρόμος για την κορυφή λένε πως είναι μοναχικός.Αυτός για την άβυσσο μάλλον όχι.

Thursday, December 21, 2006

Just a purple rose

Δεν έχω την πολυτέλεια του χρόνου για να παρακολουθώ πολλά πράγματα στην τηλεόραση.Αν όμως πετύχω κατά τύχη ελληνικές ταινίες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του πενήντα,καθηλώνομαι μπροστά της.Με γοητεύουν οι εξπρεσιονιστικοί τόνοι της φωτογραφίας σε κάποιες από αυτές,η εκφορά ενός πομπώδους ρομαντικού λόγου από τους ζεν πρεμιέ της εποχής,η θέαση Ελλήνων παλιάς κοπής και άλλου ήθους και μιας Αθήνας που μόνο ως υποψία εικονίζεται στα εναπομείναντα παλιά της κτήρια.
Αυτό όμως που μου κεντρίζει την προσοχή είναι κάποιοι μικροί ρόλοι,ούτε καν ρόλους θα τους χαρακτήριζα,μάλλον σύντομα περάσματα κομπάρσων που ξεστομίζουν απλά μια επουσιώδη φράση.
Γκαρσόνια,παιδιά για θελήματα,πωλητές και άλλα επαγγέλματα που ενσαρκώνουν οι συγκεκριμένοι,οι οποίοι δεν χαρακτηρίζονται για τις ερμηνευτικές τους ικανότητες και το μόνο που αναμένεται από αυτούς είναι η διεκπεραιωτική ανακοίνωση των λιγοστών λέξεων που τους εμπιστεύτηκαν.
Συνήθως δεν αναφέρονται στα ζενερίκ της ταινίας,αν όμως διαβάζαμε με μεγάλα γράμματα:"στο ρόλο της αφανούς κομμώτριας,η δεσποινίς...",θα μας προκαλούσε έντονη περιέργεια το γεγονός.Το δίχως άλλο θα φάνταζε υπερβολικά παράξενο ένα μικρό πέρασμα να επέχει θέση σημαίνοντος ρόλου.
Η ζωή,αντιθέτως,δεν μας επιφυλάσσει παρόμοιες εκπλήξεις.Μέχρι να πέσει η αυλαία,αν και κομπάρσοι,θεωρούμε εαυτούς πρωταγωνιστές.
Ευτυχώς ή δυστυχώς,το παράδοξο δεν μας χτύπησε ποτέ την πόρτα για να το γνωρίσουμε.

Horror movie

Με τα κύματα που σκάνε αδιάκοπα στο ακρογιάλι μοιάζουν οι γενιές στη διάρκεια του χρόνου και εμείς,σαν απόγονοι του Ορφέα,γυρίζουμε συνέχεια πίσω και κοιτάζουμε αυτούς που έρχονται.Μέχρι να στρίψουμε ξανά το κεφάλι,το κύμα μάς έχει σκεπάσει.Πολλοί πνίγονται,κάποιοι αρπάζονται από τη σανίδα της ματαιοδοξίας και σώζονται ενώ άλλοι αποδεικνύονται ικανότατοι surfers.
Είναι αυτοί που δεν αναζητούν απλώς τον χαμένο χρόνο αλλά επιθυμούν διακαώς να τον ξαναζήσουν.
Χωρίς να θέλω να θίξω κάποιον,φαντάζουν σαν τους καταχανάδες της Hammer Films.Αιώνια καταραμένοι επιθυμούν να απομυζήσουν από τα θύματα τους τα νειάτα και την ομορφιά.Αυτά είναι που τους ξαναδίνουν ζωή,που απαλύνουν την καταδίκη του μοναχικού τους βίου.
Σε αντίθεση όμως με τους μονήρεις απέθαντους που συνήθως τους αντικρίζουμε σε καταθλιπτικά και ανήλιαγα μέρη,οι σύγχρονοι επίγονοί τους κυκλοφορούν εκεί που ευδοκιμεί η διάθεση για ζωή και η επιθυμία να κλείσουν πονηρά το μάτι σε ό,τι τους ματαιώνει.

Tuesday, December 19, 2006

Take me out tonight and let me get what I want this time

Ένας χρόνος μετά και η συνήθεια να καταφεύγεις στο πληκτρολόγιο κάθε φορά που το αλκοόλ αποδεικνύεται ανίσχυρο να κατευνάσει τη θλίψη σου,δυστυχώς επαναλαμβάνεται.Αν και απόψε αναζητάς τη συγκίνηση σε υγρές νότες και όχι μάτια.Έχεις εγκλωβιστεί σε μια vita contemplativa,αδυνατώντας να βρεις διέξοδο.Μια φωνή που μονότονα επαναλαμβάνει"δε βγαίνει,δε βγαίνει" σου θυμίζει εκείνο το κορίτσι με το φοβισμένο βλέμμα.Τρία κλικ αριστερά και θα χαθεί από το πεδίο.Όπως και το κάθε τι που έκανε την ομορφιά σου να ανθίζει.Η φωτιά που σιγόκαιε στα μάτια αυτών που αγάπησες έχει αρχίσει να εξασθενεί.Κάποτε αρκούσαν τα φιλιά τους για να μεθύσεις.Τα γεμάτα ποτήρια υψώνονταν στις παρελθούσες προπόσεις:A la beaute des reves,a l'espoir qui nous tient,a ton etoile.Οι Noir desir δε γνωρίζουν πως το δικό σου έχει πια σβήσει,σου πως μέσα δεν υπάρχει τίποτε από μια έρημη χώρα.
Τριγυρνάς άσκοπα στο φαντασμαγορικό σκηνικό της πόλης,τα πολύχρωμα φώτα σε κάνουν να αποστρέφεις το βλέμμα σου,όπως και τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα που προδίδουν την ευτυχία.
Νιώθεις έξαφνα στοργή για αυτούς που το λιγοστό τους κουράγιο φωτίζει η αναμμένη οθόνη του υπολογιστή σε κάποιο μοναχικό δωμάτιο ή τα μακρινά φώτα ενός αεροπλάνου στο σκοτεινό ουρανό.Το τσιγάρο ανάβει για να θερμάνει τον κρύο αέρα στο πρόσωπο σου,ένα κείμενο που διάβασες κάπου ήταν αρκετό να σε ζεστάνει καθώς και η λυπημένη φωνή του Κωσταντίνου,για άλλη μια φορά:"Φυσάει,θα χειμωνιάσει,δύο ώρες και ξημερώνει".
Ένας χρόνος μετά,το ίδιο πάλι τέλος.

Monday, November 20, 2006

Let love speak up itself

Οι φίλοι μου στο στρατό είχαν απορήσει με την περίπτωση μου.Πως είναι δυνατόν να θαυμάζεις τον Morrissey και ταυτόχρονα να ακούς τα αθλιότερα σκυλοτράγουδα;Να συμπαρασύρεσαι με άλλους μαυροντυμένους από dark παγανιστικούς ήχους και συνάμα να συμφύρεσαι στα ευτελή μπουζουκομάγαζα;Για αυτόν τον άτυπο συνασπισμό θιασωτών της Βρετανίας ή του Ντητρόιτ αποτελούσα ένα γρίφο με εμφανή τα σημάδια της σχιζοφρένειας.Δεν ήταν εύκολο να με εντάξουν σε κάποια κατηγορία.Αν δεν είχα εργαστεί σε αυτά τα "χαμαιτυπεία",όπως τα αποκαλούσαν,ίσως να συμμεριζόμουν την απορία τους.
Απλά νομίζω πως είτε βυθίζεσαι στα κύματα που έρχονται από την άκρη της βαθιάς,πράσινης θάλασσας,είτε ακολουθείς το σώμα σου που αίφνης σηκώνεται να χορέψει ένα αργό,βασανιστικό ζεϊμπέκικο,στην ίδια ανάγκη υπακούς.
Να βγάλεις από μέσα σου έναν αναστεναγμό που σε βαραίνει,να συμφιλιωθείς για λίγο με τις σκιές που σε συντροφεύουν στα σκοτάδια σου και να τσαλακωθείς.
Το ίδιο άνθος βλασταίνει μες στο στήθος σου και δεν σε νοιάζει τι γλώσσα θα μιλάει η φωνή που περιμένεις να ακούσεις.Μόνο αφουγκράζεσαι.
Όταν το θαύμα της αγάπης θα σε φωνάξει ξανά να γίνεις μάρτυρας του,εσύ θα προστρέξεις με βήματα που δεν θα θυμίζουν μια κατηγορία αλλά έναν άνθρωπο.

Sunday, November 19, 2006

Δημόσιες τουαλέτες

Περνώντας κάποιος από εκπαιδευτικά ιδρύματα,σταθμούς υποδοχής,γήπεδα και γενικά χώρους όπου αναπτύσσεται έντονη κινητικότητα είναι εξαιρετικά απίθανο να μην έχει αντικρίσει τα μικρά κείμενα ανώνυμων γραφιάδων σε μέρη που δεν προαλείφονται για την συγγραφική δραστηριότητα.
Ερωτικές εξομολογήσεις που δεν βρήκαν το κουράγιο να ειπωθούν,στιχάκια φαντάρων,έγγραφοι καημοί οπαδών ποδοσφαιρικών ομάδων,αντιδικίες πολιτικού περιεχομένου που γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη τους στο όποιο θεσμικό πλαίσιο.
Μια καταγραφή εκφάνσεων της ζωής πάνω σε φθηνά πλακάκια,πολλές φορές δοσμένη με χιούμορ και επιγραμματική ευστοχία.
Το ιδιότυπο άβατο κινεί το συνεσταλμένο χέρι όσων αποπειρώνται να εκφραστούν δημόσια μπροστά σε μύρια άγνωστα μάτια.Τι και αν αναλώνονται συνήθως σε κοινοτοπίες ή χυδαιότητες,σε "αναδημοσίευση" τσιτάτων και γνωστών αποφθεγμάτων;Εσύ συλλαμβάνεις τον εαυτό σου να παρακολουθεί μια φανταστική κουβέντα που ανοίγεται μπροστά του,από τη θέση του αμέτοχου θεατή ή αναγνώστη.
Βγαίνοντας έξω,αναλογίζεσαι τον αριθμό των αφανών συγγραφέων που αναζήτησαν έρεισμα σε έναν μαρκαδόρο,τον χρόνο που έχει περάσει φθείροντας τους ίδιους αλλά αφήνοντας άθικτα τα κείμενα τους,τις διαψεύσεις που πιθανώς συνάντησαν και απλά μονολογείς:Merde!

Friday, November 17, 2006

Photo album

Όσοι διανύουμε τα πρώτα "άντα",διαπιστώνουμε πως το νερό έχει αρχίσει να μπαίνει στο αυλάκι.Το κορμί έχει πια χάσει την ευκαμψία του ενώ το πνεύμα δεν εμφανίζει τον πάλαι ποτέ διακαή πόθο νέων αναζητήσεων.Οι προτιμήσεις τείνουν να παγιωθούν,δύσκολα κάτι μάς ξαφνιάζει,ακόμα πιο δύσκολο να βρεθεί αυτό που θα μας προσφέρει βαθιά και πρωτόγνωρη συγκίνηση.Έχουμε φάει κάποια χαστούκια,οι αυταπάτες αργά αργά διαλύονται,οι επιθυμίες μετριάζονται σαν το φως των κεριών που ξεχασμένα ανάβουν μπροστά σε εικόνες ευτυχίας.
Η αλλαγή που έχει συντελεστεί στο θυμικό μας επηρεάζει τον τρόπο που αποδεχόμαστε τους άλλους.Οι νέες γνωριμίες που κάνουμε και μας κεντρίζουν το ερωτικό ενδιαφέρον,πιθανόν να προσεγγίζονται κάτω από το πρίσμα μιας κάποιας αβεβαιότητας.Βλέπουμε την εικόνα τους αλλά δεν ξέρουμε τι έχει προηγηθεί.
Προτού επέλθουν οι μέρες των αμέτρητων τσιγάρων που συνοδεύουν θλιβερούς στίχους,το συνεχές σφίξιμο στο στομάχι και οι μουντές ώρες της αναμονής πάνω από ένα τηλέφωνο,καλό θα ήταν να ζητηθεί από αυτές τις γνωριμίες η προσκόμιση φωτογραφιών του παρελθόντος.
Εφόσον το παρόν ορίζει αυτό που βλέπουμε,ας μας δοθεί η ευκαιρία να ψυχανεμιστούμε,ξεφυλλίζοντας τις,κάτι που γνωρίζει μόνο ο ιδιοκτήτης τους.Που πιθανόν και ο ίδιος έχει ξεχάσει στο διηνεκές αλισβερίσι του με τον χρόνο.Σε αυτό το βλέμμα που αποτυπώνεται στο χαρτί,δεν έχει εμφανιστεί ακόμα καμιά σκιά,το χαμόγελο στην φωτογραφία δεν έχει πάψει να ελπίζει σε κάτι που επιθυμεί να πιστέψει,ο αυθορμητισμός της νεανικής μορφής δεν έχει χαθεί πίσω από τον καλλιεργημένο εαυτό της.
Ό,τι χάθηκε ή ξεχάστηκε στο δρόμο,μπορεί να ανακτηθεί.
Και αν τελικά δεν επιτευχθεί η μεταμόρφωση,δεν πειράζει.Το πολύ πολύ να νιώσουμε πάλι να μας αδράχνει η διάθεση για φυγή,γευόμενοι ξανά την ηδύτητα των μελαγχολικών στίχων.

Thursday, November 16, 2006

Θ.Β.



"Αυτός ερχόταν μόνος του,απ'αλλού.Ερχόταν αργά,από δρόμο δικό του...Και έξαφνα...μας εξεπέρασεν όλους,αμέσως και εξακολουθητικά".
Παραθέτω καταχρηστικά την οξυδερκή κριτική του Τέλλου Άγρα για τον Καρυωτάκη,θέλοντας να γράψω κάτι για τον Βέγγο.Πράγματι,ερχόταν από αλλού.Δεν είχε θητεύσει στο θέατρο,δεν προερχόταν από την επιθεώρηση ή τα μπουλούκια.Ένα από τα σχολεία του ήταν η Μακρόνησος.Βλέποντας τις κακουχίες,τα βασανιστήρια,τον εξευτελισμό των εξόριστων αριστερών θα νιώσει στοργή για τους κατατρεγμένους ανθρώπους,αίσθημα που θα τον διακατέχει σε όλες του τις ταινίες.Εκεί θα γνωρίσει άλλωστε και τον Κούνδουρο που θα του εμπιστευτεί μετέπειτα κάποιο ρόλο σε ταινία του.
Αν και δηλώνω λάτρης της δωρικής μορφής του Μακρή και του Παπαγιαννόπουλου και της καρτουνίστικης φιγούρας του Ηλιόπουλου με τη χορογραφία στην κίνηση,ο συγκεκριμένος καθίσταται primus inter pares ανάμεσα στους λαϊκούς μας κωμικούς.Όλοι παίζουν με το φυζίκ τους,ο Βέγγος όμως παρά την κωμική του,στα όρια του υπερρεαλισμού,περσόνα,είναι ο μόνος που σε κάνει με έναν ελάχιστο μορφασμό ψυχικού πόνου να νιώσεις έναν κόμπο στο λαιμό σου,για να τον λύσει το ίδιο αβίαστα με κάποια από τις γνωστές του γκάφες.
Απολαμβάνοντας την ησυχία στο προαύλιο της Αγίας Μαρίνας στο Θησείο,τον θυμήθηκα σε μια ταινία του Κατσουρίδη με καταπληκτική φωτογραφία του Συράκου Δανάλη,να ανηφορίζει το δρομάκι δίπλα από την εκκλησία,έχοντας μόλις παραδώσει ένα χαμένο χαρτοφύλακα με χρήματα στον κάτοχο του.Ακούγοντας την υπέροχη μουσική του Πλέσσα,τον βλέπουμε κάπου εκεί,στο τέλος της ταινίας,να παίρνει μονάχος τον δρόμο αυτόν,μακριά από την συνάφεια του κόσμου,ψάχνοντας τον δικό του,τον γεμάτο αξιοπρέπεια και πίστη στον άνθρωπο.
Ο Όζου τοποθετούσε έτσι την κάμερα,ώστε να υποκλίνεται στους ηθοποιούς του.Ο Βέγγος υποκλίνεται στον απλό θεατή που αγωνίζεται καθημερινά για ένα καλύτερο αύριο,διατηρώντας ταυτόχρονα την ανθρωπιά του.
Ευτυχώς,υπάρχουν όμορφοι Έλληνες εκεί έξω να μου δίνουν κουράγιο.

Wednesday, November 15, 2006

Ad absurdum

Από τον Θωμά και έπειτα δεν έχουν αλλάξει και πολλά.Η προσκόμιση αποδείξεων θεωρείται απαράβατος κανόνας για τη θεμελίωση των όποιων ισχυρισμών.Στην απουσία των τεκμηρίων, κάθε βεβαιότητα αποδεικνύεται διάτρητη.Έτσι και αλλιώς καθίσταται τέτοια εφόσον πηγάζει ως επί το πλείστον από υποκειμενικές εκτιμήσεις και ελλιπή ενημέρωση.Η οποιαδήποτε γενικότητα(όχι γενίκευση)θεωρείται σαθρή,ελλείψει αδιάσειστων στοιχείων που έρχονται να νομιμοποιήσουν την διαισθητική ανίχνευση και να απαλλάξουν τον εκφραστή των αβάσιμων εικασιών από τυχόν δυσάρεστα επακόλουθα.
Η απόφανση π.χ. πως υπάρχει κάτι σάπιο στη δημόσια ζωή,δεν έχει από μόνη της καμιά ισχύ εφόσον το αντικείμενο της αποσύνθεσης και η συναίσθηση της οσμής αποτελούν την προϋπόθεση για την παραδοχή της σήψης.
Αντικρίζοντας φερ'ειπείν τη συμβολική εικόνα της Δικαιοσύνης με τους καλυμμένους οφθαλμούς,δεν μπορείς να ισχυριστείς πως το κάλυμμα μοιάζει να έχει χαλαρώσει,έχοντας ως συνήγορους την προσωπική αίσθηση περί δικαίου και τις μεμονωμένες περιπτώσεις ανομίας από αρχολίπαρους λειτουργούς.Αυτές επ'ουδενί αποκτούν καθολικό αποφαντικό χαρακτήρα αλλά μεροληπτούν υπέρ μιας εσφαλμένης κρίσης και κυρίως μιας συλλήβδην καταδικαστικής τακτικής αναθέματος.Ωστόσο μια καχυποψία αναφορικά με τη διασπάθιση ή τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος πλανάται στο κοινό αίσθημα.Κάτι που καλλιεργείται τεχνηέντως από την τηλοψία.
Πρόθεση μου δεν είναι να επιδοθώ σε κυνήγι μαγισσών,ούτε να συναγωνιστώ τον κάθε εξωνημένο τηλε-Μωϋσή που πασχίζει να αποδείξει πως οι διαπιστώσεις μέσω καταγγελιών και υποκρισίας συνιστούν νέες εντολές.
Απλά αναρωτιέμαι πόσο επισφαλής είναι η στοιχειοθέτηση μιας γνώμης που δεν βασίζεται σε απτές αποδείξεις ή λογικοφανή,τουλάχιστον,επιχειρήματα αλλά στο ένστικτο και στον υποκειμενισμό που αυτό συνεπάγεται.Η αδυναμία ψαύσης του τύπου των ήλων καθιστά άτοπη την όποια εικόνα έχει σχηματιστεί ερήμην αυτού;Και αν εξ ορισμού κρίνεται ανυπόστατη,η πιθανότητα να περιβληθεί με κύρος,διαφοροποιείται όταν αυτή εκφράζεται διαρρήδην από τις φορές που αποτελεί όχημα όσων βυσσοδομούν συστηματικά;
Αλλάζοντας θέμα,μεταφέρομαι στην Κυριακάτικη βραδυά στο σπίτι καλών φίλων,εκεί που μικρά πράγματα σε κάνουν να νιώθεις ευτυχισμένος.Εκλεκτή η συντροφιά των παρευρισκομένων,αν και διαφορετικές οι πορείες τους.Κάποιοι παντρεύτηκαν,κάποιοι σπουδάζουν,άλλοι έγιναν επιχειρηματίες,ορισμένοι πέρασαν κάποια στιγμή,γεμάτοι ντροπή,το κατώφλι του ΟΑΕΔ για να εγγραφούν ως άνεργοι,άλλοι είχαν εξασφαλισμένη,από την οικογένεια τους,μια πιο άνετη ζωή σε σχέση με τους υπόλοιπους.Με κόκκινα μάγουλα από το κρασί και την έξαψη,εξέφραζαν αντιδιαμετρικά αντίθετες απόψεις σε πολλά από τα θέματα που συζητούσαν,χωρίς κάποιος να επιθυμεί ντε και καλά να επιβάλλει τις απόψεις του και ας πίστευε ένθερμα στην ορθότητα τους.Αν και είμαστε φίλοι πολλά χρόνια,απέχουμε πολύ στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα.Το κάθε ζήτημα φαντάζει σαν το κέντρο ενός κύκλου που μπορείς να το δεις από διαφορετικές σκοπιές.Ο διαβήτης όμως φτιάχτηκε για την Γεωμετρία,όχι για τον άνθρωπο.Για όσους υπήρξαν ακροατές των εκατέρωθεν επιχειρημάτων,δύσκολα άλλαζαν κάποιες βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις που άπτονται του τρόπου με τον οποίο οι ίδιοι αντιλαμβάνονται τον κόσμο.
Για όσους ενεπλάκησαν στις λεκτικές διαφωνίες,η κατίσχυση της μιας και μοναδικής αλήθειας στηριζόταν στην απαγωγή σε άτοπο των αντίθετων απόψεων,για αυτό και μαινόταν η λογοτριβή,σχεδόν όλο το βράδυ.
Όταν πια το παλαιωμένο port άρχισε να μουσκεύει τα χείλη,δεν έμενε τίποτε άλλο παρά να αναζητήσει ο καθένας μας τη δική του αλήθεια σε στίχους τραγουδιών που τον απαλό του έρωτα έψελναν πόνο,ενώ για εμάς η εβδομάδα ετελείωνε και μόνο.

Friday, November 03, 2006

These days

Κάποιο πρωί σηκώθηκα και δεν βρήκα κανέναν στο σπίτι.Το μήνυμα που είχε αφεθεί στο τραπέζι με ενημέρωσε πως είχαν αναχωρήσει εσπευσμένα για το χωριό.Δεν ήθελα να ξαναγυρίσω στο κρεβάτι.Ανόρεχτα πλύθηκα,έφτιαξα καφέ και άναψα τσιγάρο.Ένιωθα μουδιασμένος,δεν είχα διάθεση να πω οτιδήποτε,αλλά και τι να έλεγα στα άδεια δωμάτια;Τι νόημα έχουν οι λέξεις αν δεν υπάρχει κάποιος να τις ακούσει;
Η σιωπή που επικρατούσε στο διαμέρισμα συνεχίστηκε μέχρι το μεσημέρι.Τα χείλη παρέμεναν σφαλιστά.Δεν είχα όρεξη να ακούσω μουσική,μήπως και με αυτόν τον τρόπο σιγοντάριζα κάποιο τραγούδι.Σκέφτηκα να χτυπήσω στους γείτονες και να τους ζητήσω κάτι,όμως δεν άντεχα τη μιζέρια τους.Αποφάσισα να αρχίσω να μιλάω μόνος μου,μια εμπειρία όμως που είχα στο δρόμο προ πενταετίας,με δύο κορίτσια να γελάνε εις βάρος μου,με απέτρεψε.
Συλλογίστηκα τους μοναχικούς ανθρώπους.Πώς άραγε βιώνουν τις βουβές ώρες της ζωής τους;Τι λένε όταν το σκοτάδι πλημμυρίζει το δωμάτιο;
Θα μπορούσα τώρα εγώ να περάσω μια μέρα χωρίς να εκστομίσω ούτε μια φράση;Μέσα στους τέσσερις τοίχους μού φαινόταν αδύνατο κάτι τέτοιο.Έτσι με το φως των λύκων πήγα μια κοντινή βόλτα στο Θησείο.Είχα προμηθευτεί τσιγάρα, έχοντας αποκλείσει ταυτόχρονα το ενδεχόμενο να καθίσω σε κάποιο μαγαζί και χαμήλωσα το βλέμμα μου μην τυχόν μου μιλήσει κάποιος περαστικός.Στον πεζόδρομο με χτύπησε σαν κύμα η ανθρώπινη βοή.Τράβηξα προς την αντίθετη κατεύθυνση,νιώθοντας εκείνη τη στιγμή αποστροφή για ό,τι μου θύμιζε τους καρεκλοκένταυρους των τηλεοπτικών studios.Έχω απαυδήσει με τα ευκλεή ράκη που παραδόξως γεμίζουν τα ταμεία των καναλιών με την κενότητα των λόγων τους.
Στην ησυχία του Φιλοπάππου θυμήθηκα τα λόγια του Ηλιόπουλου.Αφήστε με μόνο.Σε όλη μου τη ζωή απέφυγα το θόρυβο,ακούγεται να λέει καθώς η καφκική φιγούρα του Δράκου τρεκλίζει στο ασπρόμαυρο χάραμα.
Μάλλον αυτό το αίτημα εδράζεται πλέον στη σφαίρα του ανέφικτου,ίσως και του μη θεμιτού.
Η ώρα περνούσε μέσα στην απόλυτη σιγή.Φοβόμουν μόνο τον εαυτό μου και την καθ'έξιν φωναχτή αφήγηση των σκηνών που διαδραματίζονται εντός μου.Η γαλήνη όμως που με είχε κυριεύσει καθιστούσε απίθανο το ασίγαστο παραμιλητό.Τελικά προδόθηκα από τη συνήθεια μου να τραγουδώ κάποιους στίχους,ως μουσική υπόκρουση των εικόνων που ξετυλίγονται μπροστά μου.Μόνο που τώρα δεν ήταν παραστάσεις αλλά η ίδια η γελοία εμμονή μου.Έτσι,παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής μού ξέφυγαν οι στίχοι της Nico:I've been out walking,I don't do too much talking these days...
Δέχθηκα αγόγγυστα την ήττα μου,δίχως να ξαφνιαστώ.Η ανάγκη της έκφρασης,όπως και αν είναι αυτή,μας ξεπερνά.
Τουλάχιστον με παρηγορούσε η σκέψη πως υπάρχουν ακόμα λόγια που διασώζουν κάτι από το χαμένο στοίχημα της σιωπής.

Thursday, October 05, 2006

Interlude

Ο μεγαλύτερος μου φόβος είναι τα τηλεφωνήματα μέσα στη νύχτα.Όσες φορές ακούγεται το αιφνίδιο κουδούνισμα του τηλεφώνου τις μικρές ώρες,ξέρω πως δεν είναι για καλό.Πως αμέσως μετά θα φύγω βιαστικά για το νοσοκομείο ή για ταξίδι έχοντας μαύρα ρούχα στις αποσκευές.
Σπάνια είναι κάποιος φίλος που σχημάτισε το νούμερο κουρασμένος από τη συνήθεια της μοναχικής μέθης,χαρίζοντας κάποιες εξαιρέσεις στον κανόνα.
Το προχθεσινό όμως τηλεφώνημα ήταν διαφορετικό.
Μια φωνή βαθιά και γνώριμη.Ενώ ο ύπνος είχε πια διακοπεί,ένιωσα να γλιστράω σε ένα όνειρο.Σαν μια ταινία προβάλονταν ξεχασμένες εικόνες,έχοντας ως soundtrack τη ζεστή φωνή.
Ξαφνικά δεν ήταν χαράματα,δεν ξημέρωνε καινούρια μέρα αλλά κάποια χρόνια πριν.Δεν ήταν τα βλέφαρα που βάραιναν τώρα μα το ακουστικό.Ανάμεσα σε αγχωμένα "χαθήκαμε",βασανιστικές παύσεις να προδίδουν την αμηχανία.Απαντούσα σαν υπνωτισμένος χωρίς να καταλαβαίνω το νόημα των όσων έλεγα.
Ένιωθα πως η φωνή δεν απευθυνόταν πια σε μένα αλλά σε κάποιον άλλον που είχα αφήσει πίσω.
Κατέβασα ήρεμα το ακουστικό.
Τελικά είχα κάνει λάθος.Και αυτό το τηλεφώνημα προμήνυε το τελεσίδικο.Μόνο που αυτή τη φορά,ό,τι είχε πεθάνει,δεν βρισκόταν κάπου στην άλλη άκρη της γραμμής αλλά μέσα μου.

Saturday, September 23, 2006

World without end,remember me

Κυριευμένοι από ρηχούς συναισθηματισμούς,των σκουρότερων πάντα αποχρώσεων,αυτοβούλως έγκλειστοι στον δικό μας μικρόκοσμο και αρνούμενοι να εφεσιβάλλουμε την καταδικαστική απόφαση,αναζητούμε κάποιου είδους δικαίωση για το άτυχο των επιλογών μας.Κάτι που να νοηματοδοτεί και να δικαιολογεί παράλληλα την συχνά πεσιμιστική ανάγνωση των όσων βλέπουμε γύρω μας.
Ακόμα και αν δεν συμβαίνει αυτό,οι βόλτες στην πόλη συνεχίζονται με αμείωτη ένταση.Οι βροχερές μέρες του φθινοπώρου φαντάζουν ως το τέλειο σκηνικό για την εξέλιξη ασήμαντων ιστοριών αναφορικά με προσδοκίες που διαψεύστηκαν,φιλοδοξώντας να προσλάβουν μια δραματικότητα κατάλληλη να υποδαυλίσει την ασίγαστη ονειροπόληση.
Ξεφεύγοντας όμως για λίγο απ'αυτήν,αντιλαμβανόμαστε μια πανσπερμία ανθρώπων που μας γοητεύει.Δίπλα μας στέκονται άγνωστοι που μας μοιάζουν,από το πλάϊ μας περνούν πρόσωπα που θα μπορούσαν να είναι αγαπημένα,ακούμε φωνές ξένων,τόσο οικείες στα αυτιά μας.
Losers,θύματα ενός σύγχρονου κυνισμού,αρνητές του παρόντος,χάριν της ευτυχίας των νεανικών χρόνων(οι ποικίλοι ορισμοί εδράζονται στις διαβαθμίσεις της συμπάθειας που γεννά ο παρελθοντολάγνος αυτισμός),διασχίζουν μαζί μας την πόλη,χωρίς ποτέ να διασταυρώνονται οι πορείες μας.
Πεπεισμένοι πια πως δεν είμαστε μόνοι,σηκώνουμε εκστατικά το βλέμμα στο βαρύ ουρανό,αφήνουμε ένα τσιγάρο να ανάψει στα χείλη που ποτίζονται με αλκοόλ,γνωρίζοντας πως κάποιοι άλλοι κάνουν το ίδιο αυτή τη στιγμή.
Γνωρίζοντας πως πίσω από τα θολά τζάμια,τα βράδυα θα συνεχίζουν να πέφτουν ολοένα στην πόλη,τα μάτια άπληστα θα κοιτάζουν,σαν να είναι η πρώτη φορά,την άγρια χλόη,τις στέγες των σπιτιών,τις μορφές των ανθρώπων,θαυμάζοντας απορημένα τις κινήσεις ενός θεού ηδονιστή σε έναν κόσμο δίχως τέλος.
Μονάχα αυτό το"remember me" εξακολουθεί να στέκει μετέωρο,ενοχλητικά αυτάρεσκο μα και τόσο ανθρώπινο,να ηχεί σαν ξεγύμνωτη ικεσία,επιφυλάσσοντας τη διάψευση,
για μια ακόμη φορά.


(Η Laurie Anderson,η Λένα Πλάτωνος και ο Κωσταντίνος Βήτα ακούγονταν κατά τη συγγραφή αυτού του ποστ,δανείζοντας κάποιους από τους καταπληκτικούς στίχους τους)

Thursday, September 14, 2006

Ας ήταν να μην κράταγες στιγμούλα μου στον χρόνο

Βλέποντας την εικόνα των άλλων καταλαβαίνεις τον χρόνο.Ο εαυτός σου συστηματικά σε ξεγελά,σαν ένα ημερολόγιο τοίχου με τις σελίδες του αφημένες σε μια παλιά ημερομηνία.
Η συνειδητοποίηση της αλλαγής δεν προκύπτει πάντα από δυσάρεστες αφορμές.Έβλεπα προσφάτως τη μικρή μου ανηψιά,που έχει γίνει μια καλλονή δεκαεπτά ετών,να ερωτοτροπεί στη θάλασσα με το αγόρι της κάτω από τα σκανδαλισμένα βλέμματα των συγχωριανών μου.Χαιρόμουν τη θέα των δύο παιδιών,σε αντίθεση με τον ξαδερφό μου ο οποίος είχε φρυάξει με το θέαμα.Απορημένος με την αντίδραση του και καθώς χαίρει της εκτίμησης μου τον ρώτησα τι συμβαίνει.Μου απάντησε πως στην κλειστή κοινωνία της επαρχίας δεν μπορείς να κρυφτείς.Ανήκει ο ένας στον άλλον.Η κάθε πράξη και λέξη ζυγιάζεται με αντίβαρο τα σχόλια του κόσμου.
Η ίδια παλιά ιστορία.Άνθρωποι που διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλον.Θεματοφύλακες μιας διαστρεβλωμένης ηθικής,επιλεκτικά κοντόφθαλμης.Δεν είναι η άξια περιφρόνησης ύπαρξη τους που με ενοχλεί όσο η σκυφτή ζωή αυτών που υποκύπτουν στην ξετσιπωσιά τους.
Παρατηρώντας την αναστάτωση του να αυξάνει διαρκώς,τον ρώτησα:
-"Αφού ενοχλείσαι τόσο πολύ και έχοντας αναλάβει την υποχρέωση απέναντι στη μητέρα της να την προσέχεις γιατί δεν τους σταματάς;"
-"Επειδή αυτή η στιγμή είναι δική της και θέλω να την θυμάται με τρυφερότητα".
Στους Καραμάζοβ νομίζω πως κάποια στιγμή αναρωτιέται ο σεβάσμιος στάρετς:
"Τι είναι αυτό που θα θυμίζει στις επόμενες γενιές πως υπήρξαμε,τι θα μαρτυρεί πως κάποια στιγμή περάσαμε από δω,πως αφήσαμε τα χνάρια μας σε αυτή τη γη;"
Πρωτίστως όμως τι είναι αυτό που θα το θυμίζει σε μας τους ίδιους,οι απαντήσεις που καλείται να δώσει παραπάνω η μεταφυσική δεν με ενδιαφέρουν.Αν και κανείς να μη μάθει πως ζήσαμε,κανείς να μη ξέρει από που ερχόμαστε...,εμείς ωστόσο δικαιούμαστε να γνωρίζουμε την ακανόνιστη συρραφή σκόρπιων περιστατικών,συνδεδεμένων ως επιμέρους κομμάτια ενός γενικότερου όλου που πάντα θα είναι λιγότερα από το σύνολο:μικρές ιστορίες χαράς και λύπης,στιγμές που μοιράστηκες και στιγμές που κράτησες.
Με το ισόβιο αυτό έλλειμμα να γλυκαίνει τα ερωτηματικά μας,αφήνουμε τη συνένωση όλων αυτών των στιγμών,καταργώντας κάθε χρονική αλληλουχία,μεταπηδώντας διαρκώς σε ηλικίες,τόπους και συναισθήματα.
Και αυτή η εσωτερική διάσταση η οποία αποτελεί το συνδετικό κρίκο μεταξύ τους,τις διασπά και τις επανασυνθέτει με αυθαίρετες επικαλύψεις και μετασχηματισμούς για να αποθέσει στη μνήμη όχι τις εικόνες τους αλλά τις πρισματικές απεικονίσεις αυτών.
Ποιος άραγε είναι αυτός που αναζητά ένα μαυσωλείο για τις στιγμές του;
Ίσως μόνο οι στίχοι του Τσακνή και οι συμπαθείς σχιστομάτηδες,υπηρετώντας την όγδοη τέχνη.

Tuesday, September 12, 2006

Παλιά τεύχη

Μόλις άρχιζαν τα πρωτοβρόχια,ανηφόριζα στη Θεσσαλονίκη.Είτε ηθελημένα απατημένος από τον μύθο της,είτε νιώθοντας την ανάγκη να χαθώ στους φιλόξενους δρόμους της,να κρυφτώ πίσω από τις μεγάλες τζαμαρίες των μικρών καφέ,απολαμβάνοντας τη θέα των περαστικών.A crowded desert δίπλα στη σκοτεινή θάλασσα.
Και πάντα με τρένο.Το ταξίδι δεν αφορά αποκλειστικά στην ομορφιά των τοπίων που αφήνεις πίσω αλλά και στην απρόσμενη συναίσθηση της οικειότητας με άγνωστους συνταξιδιώτες,στο νήμα που υφαίνεται γύρω από τις ιστορίες τους για να κοπεί απότομα κατά την αποβίβαση στον προορισμό,αυτόν που είχες για λίγο ξεχάσει.
Η πόλη με δεχόταν πάντα στοργικά,διαλύοντας μέσα μου κάθε υπόνοια επείσακτου προσκυνητή.'Οταν δεν είχα διάθεση κατέβαινα στο Ναυαρίνο,όπου σε ένα υπόγειο παλαιοβιβλιοπωλείο αναζητούσα τη βραδινή συντροφιά μου για το μικρό διαμέρισμα της Δελφών.Κυρίως κόμικς και περιοδικά μουσικής τα οποία χρονολογούνταν,αν θυμάμαι καλά,από τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα ως τις αρχές αυτής του ενενήντα.Σε αυτά διάβαζα τις επιστολές αναγνωστών οι οποίες αναλώνονταν στην πολεμική εναντίον όλων όσων δεν συναινούσαν στις μουσικές τους προτιμήσεις.Δεν ήταν τόσο η σφοδρότητα των ύβρεων αυτή που προκαλούσε αλγεινή εντύπωση,όσο η χρήση του λόγου ως βίαιο εργαλείο για την καθυπόταξη των άλλων.Ασφαλώς και οι άκομψες διατυπώσεις της αποδοκιμασίας για τις αλλότριες ιδέες έβριθαν υπερβολής,γεγονός που τις καθιστούσε ανυπόληπτες,ωστόσο τα ψήγματα μισαλλοδοξίας που διαφαίνονταν στα κακέμφατα σχόλια μού προκαλούσαν θλίψη.Την ακύρωση της ανεκτικότητας επικουρούσε ένα πλέγμα προκατάληψης,αδιανόητο για πολλούς,θεμιτό για περισσότερους.Σε τεύχη μεταγενεστέρων ετών διαπίστωσα πως τίποτα δεν είχε αλλάξει.
Η θλίψη έγινε μελαγχολία καθώς αναρωτήθηκα τι να απέγιναν αυτά τα παιδιά.Ασχολήθηκαν επαγγελματικά με τη μουσική και την κριτική αυτής ή όχι;Άραγε παντρεύτηκαν;Χώρισαν;Ερωτεύτηκαν;Πόνεσαν;Απώλεσαν το προνόμιο της αναντίρρητης βεβαιότητας;Μαλάκωσαν,έστω για λίγο;Το πιο πιθανό είναι πως όλα αυτά πέρασαν στη λήθη και πως η ίδια η ζωή τούς έκανε να αφήσουν κάτι στο δρόμο.
Κάτι από αυτό που υπήρξαν και ήταν.
Ποιος ξέρει;Ίσως στο μέλλον να βρεθεί κάποιος αναγνώστης,αφελής και μικρόνους,όπως εγώ και να αναρωτηθεί το ίδιο απλοϊκά για τον γράφοντα:
"Τον εγκατέλειψε επιτέλους η απαισιoδοξία;Οι μέρες του έγιναν φωτεινές και χαρούμενες;"
Εύχομαι η απάντηση που θα του δινόταν να ήταν αυτή:
"It isn't like the old days anymore,
no it isn't like those days
am I still ill?
am I still ill?"

Saturday, September 09, 2006

05:00 AM

Εξοικειωμένος στην περιπλάνηση,επιστρέφεις πάντα σε αυτό που θέλεις να αποφύγεις.
Το να νιώσεις,να αισθανθείς,χωρίς το σώμα σου.Και τα πράγματα που αφήνεις να μη ματαιωθούν είναι λίγα.Απλά.
Στίχοι,διαδρομές,στιγμές.Όταν αυτά συναντηθούν διαβάζεις κάτι τέτοιο:
"Κορίτσι-εξουσία του λεωφορείου μέσα στο βράδυ
κάθεσαι πλάι μου όπως
ξανθόν άνθος πίσω από φράχτη όπως
άστρο που περπατάει στον κόρφο μου
κι όμως μου λέει:Θα φύγω.
Κάθεσαι πλάι μου βουλιάζεις μές στα μάτια μου
όπως σ'ένα τοπίο που θέλεις μα δεν μπορείς να τ'αγαπήσεις
σχεδιάζοντας μες στη σιωπή που σε κρατάει δεμένη
τον αγαπημένο σου.
Πάντα πνιγμένη μες στα μάτια μου
πάντα δεμένη απ'τη σιωπή
αναπολώντας μουσικές παλιές να 'ρθουν και να σε λευτερώσουν
μα οι μουσικές δεν έρχονται κ'εσύ
κάθεσαι πλάι μου
πάντα πνιγμένη μες στα μάτια μου
πάντα δεμένη απ'τη σιωπή
με την καρδιά σου λαβωμένη σαν μικρό πουλί
με την ομορφιά σου ακυβέρνητη σαν μικρό παιδί
κάθεσαι πλάι μου
σαν άνθος και σαν άστρο και σαν έρωτας που θέλει
μα δεν μπορεί.

(Θωμάς Γκόρπας,Ομόνοια-Άνω Πετράλωνα)"

Thursday, September 07, 2006

Daydreaming

Ο βόμβος των κλιματιστικών μαρτυρούσε τη λειτουργία τους,διαφορετικά η παρουσία τους μπορούσε να εκληφθεί ως αμιγώς αισθητική.Είχε υπερβολική ζέστη,πολύς κόσμος στριμωγμένος στην ουρά και οι πόρτες να ανοιγοκλείνουν διαρκώς.Η κατάσταση επιδεινώθηκε από την οχληρή παρουσία μερικών οργίλων Νεοελλήνων που για ακόμα μια φορά απεδείκνυαν πως έχουν για ψωμοτύρι τους δημόσιους διαπληκτισμούς.
Ευτυχώς οι υπάλληλοι έμοιαζαν έμπειροι στη διαχείριση και εξυπηρέτηση του κοινού,έτσι πλησιάζε χωρίς εξαιρετική καθυστέρηση και η δική του η σειρά.Είχαν ήδη περάσει είκοσι λεπτά αναμονής,υπολόγιζε και άλλα τόσα ακόμη.
Μην έχοντας κάτι να ασχοληθεί,βυθίστηκε στις σκέψεις του.Θυμήθηκε πως,πριν χρόνια,τέτοια εποχή διεκπεραίωνε τις διαδικασίες για την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο.Τρέξιμο και άγχος,όμως αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στην αγωνία που τον είχε τσακίσει πριν τις γραπτές εξετάσεις και αργότερα,περιμένοντας τα αποτελέσματα.Τώρα πια αισθανόταν ανακουφισμένος,είχε ανταμοιφθεί για τους κόπους του.
Το πτυχίο από τη σχολή θα του εξασφάλιζε εργασία με προοπτικές,η ζήτηση για αποφοίτους οικονομικών σχολών ήταν μεγάλη,στο τέλος θα δικαιωνόταν για την επιλογή του.Αυτό τουλάχιστον τόνιζαν όσοι τον συγχαίρονταν για την επιτυχία του.Παιδί λαϊκής οικογένειας,ήταν ο μοναδικός που είχε καταφέρει να περάσει στο πανεπιστήμιο κάτι που τον έκανε να νιώθει ιδιαίτερα υπερήφανος.
Ανυπομονούσε τώρα να τελειώνει με τα διαδικαστικά και να αρχίσουν τα μαθήματα.Με το πέρασμα των ετών,φαινόταν να τα πηγαίνει μια χαρά.Συγκεντρωμένος στις σπουδές του,ήθελε να τελειώσει γρήγορα,να βρει αμέσως μια δουλειά και να νοικοκυρευτεί.Τίποτα δεν θα έπρεπε να τον αποσπά.Ουδεμία συμμετοχή σε φοιτητικές κινητοποιήσεις,μηδενική δράση σε πεδία μη σχετιζόμενα με την μελέτη.
Ήταν βέβαια ευαισθητοποιημένος σε κάποια θέματα,ευελπιστώντας και αυτός για λύσεις,όμως πίστευε πως δεν μπορούσε να γίνει κάτι ουσιαστικό και πως όλα αυτά ήταν χάσιμο χρόνου.Χρόνου πολύτιμου για τον ίδιο.
Μόνο κάποιοι άγονοι έρωτες τον έκαναν να παρεκκλίνει από την πορεία του,αλλά και αυτούς γρήγορα τους ξεπέρασε.Μάλλον τους ξέχασε.Κάποια πράγματα δεν ξεπερνιούνται ποτέ.
"Κάθε εμπόδιο για καλό",σκέφτηκε και αφοσιώθηκε πάλι στα μαθήματά του.Το μόνο που φαινόταν να τον απασχολεί με το πέρας των σπουδών του ήταν το εάν θα συνέχιζε σε μεταπτυχιακό επίπεδο ή αν θα τελείωνε το στρατιωτικό του πρώτα.Αλλά και αυτό δεν τον προβλημάτιζε ιδιαίτερα.Ήταν μόνο εικοσιδύο ετών,η νιότη τού έδινε το δικαίωμα να σφύζει από αισιοδοξία και να κοιτάζει με αναιδή έπαρση το μέλλον.
"Καλημέρα σας κύριε", ακούστηκε να λέει ευγενικά η κοπέλα,διακόπτοντας τη νοσταλγική του ονειροπόληση.
"Εε,με συγχωρείτε,καλημέρα σας",είπε και αυτός ξαφνιασμένος,συνειδητοποιώντας πως ήταν η σειρά του να δώσει στην υπάλληλο την επιταγή του επιδόματος ανεργίας για να την σφραγίσει.

Tuesday, August 29, 2006

Βίοι αγίων

"Τι κάνει αυτή η ψυχή;Που έχει χαθεί τόσο καιρό;"
Η συχνότητα εμφάνισης αυτής της ερώτησης αυξάνει ανησυχητικά στις έτσι και αλλιώς λιγοστές μαζώξεις με ανθρώπους που εκτιμώ.Ολοένα και περισσότεροι αυτοί που επιλέγουν τη μόνωση,την φυγή μακριά από το αγριεμένο πλήθος,αποδεικνύοντας μου πόσο ανίσχυρη εν τέλει είναι η δύναμη της αγάπης.
Η απώλεια,έστω και προσωρινή,τέτοιων ανθρώπων μού στοιχίζει.
Είναι άξιο απορίας γιατί η γενναιοδωρία τους φαντάζει παράδοξα ανεπαρκής.Η αφιέρωση στους άλλους δεν έχει φαινομενικά να αντιτάξει κάτι στους lifestyle ορισμούς της κοινωνικής επιτυχίας.
Οι νεανικές ακόμα μορφές τους μοιάζουν με δένδρα που φυλλορροούν.Εκεί που κάποτε βοούσε η διάθεση για ζωή,διαπιστώνεις τώρα έναν παράταιρο μαρασμό.Δεν είναι οι illusions perdues η αιτία που τους ταλανίζει,αλλά η απόσταση που χωρίζει την αξιοπρέπεια τους από το αγελαίο ήθος.Το καθαρό βλέμμα από το μάτι που γυαλίζει στη θέα του πλούτου,απ'όπου και να προήλθε αυτός.Πώς λοιπόν τα κουρέλια θα συνεχίσουν να τραγουδάνε ακόμα όταν η ευτυχία(για να θυμηθούμε τον Baudrillard) φαίνεται να απεκδύεται τον ρόλο της εσωτερικής ηδονής,για να αποκτήσει υπόσταση μόνο ως έκφραση της υλικής ευδαιμονίας;
Όπως και αν έχει,να ξέρουν πως λείπουν στους υπόλοιπους.
Σε αυτούς που δεν συρρέουν έκθαμβοι στους φανταχτερούς μητροπολιτικούς ναούς με τους σκαλιστούς πολυελαίους και τις περίτεχνες αγιογραφίες,όπου στριμώχνονται οι μορφές των αγίων καθώς τους λιβανίζουν τα ακριβά eau de toilette.
Σε αυτούς που,σαν διαβάτες που παίρνουν λάθος μονοπάτι,ανακαλύπτουν ένα απόμερο ξωκκλήσι όπου θα καθίσουν να ξαποστάσουν κάτω απ'τα πεύκα,θα δροσίσουν τα χείλη τους με νερό και θα νιώσουν το καλοκαίρι να τους εμποτίζει με την ορμή του.Και μόλις αναλάβουν,θα ρίξουν λίγο λάδι στα καντήλια που ανάβουν μπροστά στις λιγοστές και φτωχικές εικόνες,συνεχίζοντας την πορεία τους.
Και είμαστε πολλοί που χάνουμε τον δρόμο μας.

Thursday, June 29, 2006

Είναι παράξενη αυτή η πόλη

Όχι,δεν ήταν οι στίχοι του Αγγελάκα που με οδήγησαν στο μπαλκόνι νυχτιάτικα,αλλά η αισθαντική φωνή της Tracey Thorn,καθώς την άκουγα να άδει:"..and I miss you,like the deserts miss the rain",για να αναδεύσει κάτι παλιό απ'τη μνήμη,ένα ποτάμι σιγανό ποτάμι*.
Όπως επίσης μια ξεχασμένη στο ψυγείο 'veuve Clicquot',η οποία πάσχιζε να σπάσει τη σύμβαση της εικόνας της που την θέλει αποκλειστικά παρούσα σε εξαιρετικές στιγμές ευθυμίας.Ομολογουμένως,τα κατάφερε περίφημα.Το σκάσιμο των φυσαλλίδων έδειχνε να μοιάζει με τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που συντελούνταν μέσα μου.Βουβά,όπως αρμόζει στην αξιοπρέπεια του θρήνου που δεν εκποιείται.Σαν τον πόνο που κρύβει το μυστικιστικό τραγούδι της ερήμου ή το σιγανό μινύρισμα σε ρόδινα ακρογιάλια.Αυτόν που θα πάρει μαζί του μόνο ο κέλαδος του ανέμου ή το άφρισμα των κυμάτων.Κανείς άλλος.
Όμως αυτά δεν ταιριάζουν στην αποψινή βραδιά.Στο απαλό αεράκι που σηκώθηκε αίφνης,σκορπίζοντας μια λεπτή,φρουτώδη ευωδιά για να συνοδεύσει αρμονικά τα αρώματα του δροσερού καμπανίτη.
Αντίκρυ μου,οι απέναντι πολυκατοικίες μού αποκαλύπτουν ένα ψηφιδωτό ανθρώπων που αντλεί τα χρώματα του από τη διαφορετικότητα τους.
Συζητήσεις για την επικαιρότητα μετά τσιμπολογήματος,ανακοινώσεις σχεδίων για τις διακοπές,χαλαρή κουβεντούλα.Ο ελάχιστος χρόνος που μοιράζεσαι φαντάζει διεσταλμένος.Μου φαίνεται πως ό,τι μοιράζεσαι είναι κάπως πιότερο.
Αλλού,διαπληκτισμοί και φωνασκίες δίνουν και παίρνουν γύρω από μια αναμμένη τηλεόραση,ώσπου η συμφιλίωση θα επέλθει πάνω από πιάτα με καρπούζι τα οποία διακριτικά αποθέτει η οικοδέσποινα πάνω στο τραπέζι,για να χαθεί ξανά μέσα στο φωτεινό διαμέρισμα.
Πιο πέρα,ευσταλείς νέοι,όμορφα ντυμένοι,διασκεδάζουν με υπέροχες μουσικές.Σχηματίζουν πολλές μικρές παρέες,διασκορπισμένες στη βεράντα,δροσίζοντας περισσότερο τη νύχτα με τα νειάτα τους.Πειράγματα και γέλια,εξομολογήσεις,λόγια που τα προλαβαίνει ένα φιλί.
Η νύχτα ήδη βρίσκεται στα μισά.Το ίδιο και το περιεχόμενο της φιάλης.Τα φώτα πια έχουν σβήσει.Τώρα μπορώ να διακρίνω καθαρότερα,μέσα στο σκοτάδι μια καύτρα που ανάβει νευρικά.Αδυνατώ,όμως,να ξεχωρίσω την μορφή του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω απ'αυτή.Μόνο μια φιγούρα,με ασαφές περίγραμμα,αγναντεύει ακίνητη τη νύχτα ,τελώντας μια παράξενη αγρυπνία.
Η κίνηση έχει αραιώσει,ο παραμικρός θόρυβος είναι τώρα ξεκάθαρος.Τίποτα όμως δεν ακούγεται.Δεν υπάρχει κανείς να διασαλεύσει την ησυχία.Μόνο δυο άνθρωποι που πίνουν αργά το τσιγάρο τους,δοσμένοι στη σιωπή μιας σεβάσμιας μυσταγωγίας.
Δύο άγνωστοι.Δύο ξένοι.
Ή μήπως όχι;



*Ποτάμι σιγανό ποτάμι(από στίχο του Τάκη Σινόπουλου)

Saturday, June 17, 2006

Μια άσκηση λογικής άλυτη

-Τι κάνεις μικρή μου;Πώς περνά η ζωή σου;
-Μια χαρά,Γιώργο.Δεν έχω παράπονο.
Όλα μού πηγαίνουν καλά,δόξα τω Θεώ.
-Τότε γιατί τα βράδυα που έρχονται σε βρίσκουν να αναλύεσαι σε δάκρυα;
-Ούτε που ξέρω.
Και ίσως να μη μάθω ποτέ.




(Για την Αριάδνη και το Μαράκι).

Wednesday, May 31, 2006

Κλέφτης μουσείων

Τη γνώρισα αμέσως παρά τα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από την τελευταία φορά που την είδα.Στεκόταν μπροστά στη βιτρίνα ενός καταστήματος,χαζεύοντας την με απλανές βλέμμα σαν να μην κοιτούσε τα εμπορεύματα,αλλά κάτι άλλο που δεν γινόταν αντιληπτό από τους υπόλοιπους.
Ήταν το πιο όμορφο κορίτσι.Λεπτοφυές,με ευγενικά χαρακτηριστικά και φωνή που λάγγευες με τη γλύκα της.
Οι καθηγητές την παίνευαν διαρκώς.Θεωρούσαν πως ήταν προορισμένη για εξαιρετικά σπουδαία πράγματα.Κάτι που ίσως και η ίδια πίστευε.Οι μειλίχιοι τρόποι της βύθιζαν εμάς,τις θλιβερές ενσαρκώσεις του μέσου όρου,σε απελπισία καθώς δεν ήταν προσήνεια αυτό που φανέρωναν αλλά οριοθέτηση του απρόσιτου.Το αγέρωχο ύφος της λειτουργούσε εν είδει νοερής προειδοποιητικής επιγραφής:"Μπορείς να θαυμάζεις χωρίς να αγγίζεις.Να ποθείς δίχως να νέμεσαι".Φάνταζε σαν έργο τέχνης που δεν ανήκε σε καμιά ιδιωτική συλλογή.Ένα καλά φυλασσόμενο,πολύτιμο έκθεμα που προσέφερε την ύψιστη τέρψη στο ανώνυμο πλήθος των θεατών.Παράξενο ωστόσο,αφού το ορατό δεν συνιστούσε προϋπόθεση του μη αισθητού αλλά επιτηδευμένη απόκρυψή του.
Αργότερα έμαθα πως απέτυχε να μπει στην Αρχιτεκτονική όπως ονειρευόταν.Ακολούθησε ο χαμός του πατέρα της,κάτι που την κλόνισε ακόμα περισσότερο.
Την παρατηρούσα τώρα,όπως τότε.Από μακριά.Από την κορμοστασιά της είχε διακριτικά υποχωρήσει η περηφάνεια.Οι κινήσεις της ήταν αβέβαιες,διστακτικές,σαν να ρωτούσαν αν αυτό που κάνουν είναι σωστό.Πλησίασα προς το μέρος της αλλά στα μισά στάθηκα.Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με εμπόδισε να της μιλήσω.Αν ήταν συστολή,φόβος ή σεβασμός στη μοναχικότητα που είχε επιλέξει για συντροφιά.Προτού αλλάξω κατεύθυνση πρόλαβα να διακρίνω δυο κουρασμένα μάτια που διατηρούσαν κάτι από την περασμένη τους λάμψη.
Έφυγα κρατώντας στη θύμηση μου τη νεανική εικόνα του κοριτσιού που κάποτε είχα ερωτευτεί,αφήνοντας πίσω μου μιαν άλλη.
Αυτή της γυναίκας που κοίταζε πάνω στη τζαμαρία της προθήκης ένα πιστό κακέκτυπο,απορημένη για την αυθεντικότητα της υπογραφής.

Friday, May 12, 2006

Short Cuts

-Στο "Bακούρα" η μηχανή προβολής έχει πια σβήσει.Όχι όμως και το πρόσωπο της Μαρίας Βασιλείου από τη μνήμη.Το σκληρό φως,το ερημικό τοπίο,οι σιωπές,σε βυθίζουν στον υπαινικτικό κόσμο της πόρνης και του λοχία.Ο κόσμος έξω,στο Ναυαρίνο,αλλάζει άρδην.Ο ανθρώπινος αχός εντείνεται καθώς πέφτουν οι πρώτες σκιές.Ο περίπατος σου σε βγάζει στην Αριστοτέλους,στην πλατεία με τους πολύχρωμους συμφυρμούς,εκεί που η πόλη αυτή σού δίνει τις υποσχέσεις της,αυτές που εσύ θα διαψεύσεις.Γυρίζεις απεγνωσμένα στους φωτισμένους δρόμους,όπως το φορτηγάκι στην 'Ευδοκία'.Μαζί σου κουβαλάς όλα αυτά που δεν είπες,όλα όσα δεν έκανες και μετάνιωσες γι'αυτό.Στάση στον Χατζή,προσπαθώντας να ξεγελάσεις την πίκρα και συνεχίζεις τον δρόμο της επιστροφής.Στο Τσινάρι τα γόνατα λύνονται.Έχεις πια νικηθεί από τα ολιγόπιστα φερσίματα.Θα φτάσεις με δυσκολία στο σπίτι,θα κοιτάξεις από ψηλά την πρωτεύουσα των προσφύγων και μια σκιά θα γλιστρήσει αθόρυβα στο άδειο διαμέρισμα για να ξεχάσει όλα τα παραπάνω.
-Το εξώφυλλο του Freewheelin' πάνω στο κομοδίνο,απ'το δισκάκι ακούγεται το don't think twice,it's all right,ο Ρήβερ Φήνιξ ,έχοντας αφήσει τη Λίλυ Ταίηλορ με έναν αποχαιρετισμό,τρέχει στην άδεια λεωφόρο ενώ χαράζει για να πάει στο στρατόπεδο και συ σκέφτεσαι ποιος θα βρεθεί στο σταθμό όταν θα τρέχεις να προλάβεις το δικό σου τρένο για το στρατόπεδο.
-Περνάς γρήγορα ανάμεσα απ'τα αρμυρίκια για να βουτήξεις στο παγωμένο νερό και να φύγεις βιαστικά δίχως να έχεις στεγνώσει.Βόλτα με το μηχανάκι μέσα από συκιές,αμπέλια και λιόδεντρα,ο θόρυβος μπερδεύεται με τον ήχο των τζιτζικιών διαλύοντας τη μεσημβρινή ραστώνη.Γλείφεις το αλάτι στο δέρμα σου,το άρωμα της θάλασσας έχει μείνει πάνω του,από τις ανοιχτές πόρτες των σπιτιών ξεχύνεται η μυρωδιά του μεσημεριανού φαγητού.Εύχεσαι αυτή η βόλτα να κρατήσει αιώνια σαν την πόλη που διασχίζει ο Νάννι Μορέτι με τη βέσπα του,ενώ απ'το μοτοποδήλατο του Ματιέ Κασοβίτς ο κόσμος φαντάζει διαφορετικός για την Οντρέ Τοτού.
-Νύχτες ίδιες,ολόιδιες,αλλά πολύτιμες επειδή τις μοιράζεσαι με φίλους.Στα μπαλκόνια των θερινών συνευρέσεων περνάς καλά γιατί ξέρεις πως δεν μπορείς να περάσεις καλά.Τα χρόνια περνάνε,όχι με πίκρα,η ομορφιά λάμπει και ύστερα σβήνει,η Shirley Manson στο milk τραγουδά για μια γοργόνα που κοιτάζει τα πλοία να προσπερνάνε.Βόλτα με την Πιούζυ στο walkman,βόλτες που διαρκούν εφόσον έχουν επενδυθεί στην καρδιά και όχι στο νου.Πίσω από τη βιτρίνα με τις τηλεοράσεις,η οθόνη του ΜΤV φωτίζεται απ'τη λάμψη της Βeth Orton.Χωρίς ήχο όνειρο στο κύμα,το touch me with your love σε συγκλονίζει χωρίς καν να το ακούσεις.
-Η Τζιν Σίμπεργκ,με αγορίστικο μαλλί,αστράφτει μέσα στο μαύρο της φόρεμα και καλημερίζει τη θλίψη.
-Το κορίτσι της γέφυρας με τον κύκνειο λαιμό,σαν από πίνακα του Μοντιλιάνι,κάθεται μόνο του στη σκεπή ακούγοντας ένα μινόρε την αυγή.Η γεύση της προδοσίας,της εγκατάλειψης, είναι πιο έντονη τις δύσκολες ώρες,πριν αλέκτορα φωνήσαι.
-Μάλκοβιτς,Βέντερς,Πεσόα.Απ'το Bairro Alto ακούς τους Μadredeus να τραγουδάνε για τη μοναξιά στον ωκεανό(solidao no oceano).Το αεροπλάνο για την Αθήνα φεύγει σε λίγο.Οι σταγόνες κροταλίζουν στα παράθυρα του ξενοδοχείου,οι πόλεις μοιάζουν ίδιες μέσα στη βροχή,απ'το ταξί ακούγεται το with or without you.Χαμογελάς.Δυο τραγούδια,τόσο μακριά,τόσο κοντά.
-Η πόλη ακόμα κοιμάται και μια μάνα βοηθάει το γιό της,που βγήκε απ'το νοσοκομείο με ραμμένους καρπούς,να ανέβει τις σκάλες.Ένα μπουκάλι γάλα αφήνει τον παγερό του ήχο στον έρημο διάδρομο μιας πολυκατοικίας.Η θέαση των άλλων μέσα από ένα τηλεσκόπιο.Ο Κισλόφσκι σού θυμίζει,με ανεξήγητο τρόπο,τις δικές σου μικρές ερωτικές ιστορίες,όπως ακριβώς το είχε κάνει ο Χάρης το φάντασμα,στους Απέναντι.
-Η Εύα,ντυμένη στα κόκκινα,τρέχει σε μια γκρίζα Αθήνα παίρνοντας τη Ρεβάνς για όλους αυτούς που χάθηκαν στη μαγεία των εικόνων.
Και συ τρέχεις γρήγορα,μακριά από αυτό που νομίζεις πως είναι ή δεν είναι η πραγματικότητα.


"Au revoir les enfants".

Saturday, May 06, 2006

Τα παινάδια

Θες να με κάνεις να σε μισήσω;Δεν έχεις παρά να αραδιάσεις,χωρίς περιστροφές και τσιριμόνιες,μία-μία τις αδυναμίες μου.Και αφού το "κατ'εικόνα" και "καθ'ομοίωσιν" ήταν ωραία έμπνευση που δυστυχώς παρέμεινε ως τέτοια,η αχτινογραφία θα δείξει πολλές απ'αυτές.
Ευτυχώς οι μηχανισμοί επούλωσης είναι καλολαδωμένοι.Τόσα χρόνια στο μετερίζι της αυταπάτης,θα βρεθεί ένας τρόπος να εξοστρακιστούν τα βέλη που βουτήχτηκαν στο φαρμάκι της ειλικρίνειας.
Ταϊζοντας με φτυάρι τον εγωϊσμό,δημιουργούμε αντισώματα στην αλλεργία που μας προκαλεί η δύναμη και οι επιτυχίες των άλλων.Εξαίρεση δεν αποτελούν ούτε τα κοντινά πρόσωπα.Ορκιζόμαστε γονυπετείς στο όνομα της φιλίας,αντικρίζοντας όμως την πλάτη των φίλων μας να ξεμακραίνει,διαπιστώνουμε πως το σαράκι που γευματίζει μέσα μας είναι άθεο.
Οι δικολάβοι των σχέσεων στέκουν σαν κλαίουσες ιτιές πάνω από το ανθρώπινο ποτάμι.Προτού αρχίζουν να οιμώζουν για την έλλειψη της επικοινωνίας(λες και η ανθρώπινη επαφή είναι είδος προς εξαφάνιση που χρήζει προστασίας),καλό θα ήταν να συνειδητοποιήσουν πως το ανθρώπινο έγκειται στην αδυναμία.Εκείνη που παρατηρεί τα ελαττώματα στο μικροσκόπιο και αποστρέφει το βλέμμα απ'το τηλεσκόπιο,όσον αφορά τα προτερήματα.
Η φιλαυτία,σαν όλα τα θηλυκά,απαιτεί την διαρκή προσοχή μας.Πλανεύτρα,φλογερή ερωμένη.Για χάρη της ξεχνάμε το όποιο μέγεθος μας.Οι έπαινοι και οι κολακείες μάς χαρίζουν κοθόρνους.Εύθραυστους σαν γυαλί βέβαια αλλά μας δίνουν μπόι,έστω και παροδικά.Μιλώντας για φούμαρα και γυάλινα υποδήματα,το γνωστό παραμύθι μοιάζει να επαναλαμβάνεται.Μόνο που αυτή τη φορά,το ευτελές ζαρζαβατικό στο οποίο θα μεταμορφωθεί η άμαξα που θα μας φυγαδεύσει, προτού αποκαλυφθεί η αλήθεια,δε θα είναι κολοκύθα,αλλά μάλλον αγγούρι.

Wednesday, May 03, 2006

Your funeral,my trial

"Στην πίστα του αεροδρομίου έχει νυχτώσει,ένα εκατομμύριο αστέρια φωτίζουν ό,τι μ'έχει πληγώσει".Εφόσον ο αριθμός των αστεριών που βλέπουμε με γυμνό μάτι στον νυχτερινό ουρανό,δεν ξεπερνά τις τρεις χιλιάδες,τότε θα ζουν ασθμαίνοντας,περιμένοντας το φως εκείνο που θα είναι αρκετό για να δουν καθαρά τις πληγές τους.
Αναφέρομαι στους ελάχιστους γνωστούς,τους μετρημένους στα δάχτυλα ενός κουλοχέρη,με τους οποίους μπορώ να πω μια κουβέντα παραπάνω από τις τυπικές,καθώς τους βλέπω να εμφανίζουν μια διεστραμμένη ροπή προς τη μελαγχολία.Ρέκτες οποιασδήποτε μορφής τέχνης που αποστρέφεται το ζωηρό και το εύθυμο.Η εξαίσια κληρονομιά τους-όνειρα περιπλανώμενα αποθαμένων τροβαδούρων,όπως γράφει ο Οσίπ Μάντελσταμ.
Παγιδευμένοι σε ένα ύπουλα σαγηνευτικό παρελθόν,δέχονται τις επισκέψεις της επονείδιστης νοσταλγίας σαν τις αρμένικες βίζιτες που πραγματοποιεί η ηλικιωμένη ξομπλιάστρα της γειτονιάς.Περιμένουν διαρκώς κάτι για να κρατηθούν.Και γύρω από αυτό σκηνοθετούν τα υπόλοιπα.
Το σουλατσάρισμα έξω από τα κοιμητήρια δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.Μάλλον ωφέλησε.Το ξόδι,όσο μακάβριο και αν είναι,ξέρει να δίνει ηχηρά χαστούκια και να αφυπνίζει.Ίσως τότε το χαμόγελο να σταματήσει να περνάει φευγαλέα μόνο, πάνω απ'αυτό που κάποτε στάθηκε το πρόσωπο τους.(Όφειλα να μνημονεύσω και την άλλη εκπρόσωπο του ρώσικου ακμεϊσμού).Και μπορεί τότε να απονείμουν χάρη σε μια νιότη που καταδίκασαν σε καταναγκαστική θλίψη.
Όσο για σένα ξερακιανέ Αυστραλέ που μου θύμισες ωραία πράγματα,καθώς σε άκουσα ξανά μετά από καιρό,άσε τις φονικές σου μπαλάντες να μου κλείσουν τα βλέφαρα,όπως κάποιους άλλους κοιμίζουν τα απαλά χάδια.

Sunday, April 09, 2006

Σάββατο βράδυ,Κυριακή πρωί

Γρήγορα ήρθε απόψε το βράδυ.Όχι πως συνέβη κάτι ιδιαίτερο για να υπογραμμίσει την έννοια του ασυνήθιστου.Ίσα-ίσα,το αντίθετο.Όλα κύλησαν όπως κάθε φορά.Το αλκοόλ αλάφρυνε και πάλι το στήθος και τα βήματα στους ίδιους δρόμους.Αυτούς που συνεχίζουν να μου διηγούνται ιστορίες ανθρώπων που συμπαθώ,ανθρώπων που αναζητούν λάθρα αυτό που κάποιοι άλλοι έχουν βρει ως ελπίδα και παρηγοριά τους.
Και για μια ακόμα φορά το βλέμμα παγιδευμένο σ'ένα παιχνίδι με τη μνήμη.
Καλοκαιριάτικα απογεύματα,ο ζεστός αέρας πάνω από τη θάλασσα,παγωμένα φραπεδάκια και γέλια.Και η αίσθηση του παντοτινού να σε ξεγελά.
Άραγε απόψε,τί θα μπορούσε να με εξαπατήσει;Μήπως η μικρογραφία της κοινωνίας της αφθονίας την οποία απαρτίζουν όλοι αυτοί που συρρέουν αγεληδόν στη γειτονιά;Πιο κάλπικοι και απ'το φλουρί της βασιλόπιτας,αναλώνονται στην προσπάθεια εκμαίευσης ενός προκατασκευασμένου ερωτισμού,κάτι σαν το σφίξιμο στην τουαλέτα.Τα γερόντια του Muppet show πιθανόν να με θεωρούσαν φίλο τους.Γελάω χαιρέκακα,συνειδητοποιώντας την μικρότητα μου.Από ένα ηχείο οι αγαπημένες κιθάρες των interpol με επιβεβαιώνουν:a time to be so small.Έχει ψύχρα,ανοίγω το βήμα και προσπερνώ τον εσμό,δίχως να υψώσω τα μάτια.Όταν απομακρύνθηκα,στάθηκα για λίγο να κάνω ένα τσιγάρο.Η καύτρα έκαιγε σαν φλόγα από κερί."Θεέ μου,συγχώρεσε τους λιπόψυχους",ψέλλισα."Την αδυναμία και το παράπονο για όλα αυτά που είχαν και έχασαν,για όλα αυτά που υπήρξαν και ξέχασαν".
Σε λίγο χαράζει.Γρήγορα έφυγε απόψε η νύχτα.

Tuesday, March 28, 2006

Οι πιο δυνατοί

Καλοκαιράκι στο Γκάζι.Όμορφη βραδιά και η συναυλία που μόλις προηγήθηκε την έκανε ομορφότερη.Περιμένοντας για το encore με πλησιάζουν ένα αγόρι και μια κοπέλα.
"Σας ευχαριστούμε πολύ".
Δεν καταλάβαινα τι εννοούσαν,δεν τους γνώριζα καν.Προσπάθησα να ανακαλέσω απ'την μνήμη μου κοινές μας στιγμές,αλλά μάταια.Προφανώς είχαν κάνει λάθος.
"Παιδιά,συγγνώμη,μάλλον με έχετε μπερδέψει με κάποιον άλλον."Δεν πείστηκαν,επανέλαβαν τις ευχαριστίες τους,σχεδόν με ευγνωμοσύνη αυτή τη φορά.Όταν τους ρώτησα για ποιο πράγμα με ευχαριστούν,μου απάντησαν με μια φωνή:"Για όλα αυτά που μάς δώσατε με το "Για πάντα" κύριε Παπαϊωάννου"!!!
Δεν είχα πιει κάτι άλλο εκτός από αλκοόλ,άκουγα καλά.Καλύτερα μάλλον την είχαν ακούσει τα δυο παιδιά,δεν μπορούσα να εξηγήσω αλλιώς πως,την σφαλερή τους εντύπωση.Ουδεμία ομοιότητα φέρω με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου,πώς ήταν δυνατό να πλανώνται τόσο;
Προσπαθούσα να τους εξηγήσω,άδικος κόπος.Όχι μόνο παρέμεναν αμετάπειστοι αλλά τους συγκινούσε περισσότερο η στάση μου,πιστεύοντας πως ήταν η έμφυτη αιδημοσύνη μου αυτή που με έκανε να μην ομολογώ την αλήθεια.Αισθανόμουν άσχημα που,έστω και άθελα μου,είχα οικειοποιηθεί την ταυτότητα ενός ταλαντούχου και αγαπημένου καλλιτέχνη,εισπράττοντας τον έπαινο για λογαριασμό του.Το παράξενο ήταν πως και γω είχα δει το "Για πάντα" και είχα νιώσει όπως τα παιδιά.Ήταν η πρώτη παράσταση της "Ομάδας εδάφους" που έβλεπα(ας όψονται οι αδεκαρίες των φοιτητικών μου χρόνων και μια άδικη φυλάκιση από έναν στρατόκαυλο ανθυπίλαρχο)και είχα μαγευτεί.
Στεκόμουν τώρα μπροστά σ'αυτά τα όμορφα παιδιά που με τρεμάμενη φωνή προσπαθούσαν να αρθρώσουν ένα ευχαριστώ.Ένιωσα έρημος μέσα στην ειλικρίνεια τους.Μπορούν τα αισθήματα τους να ισοσκελίσουν τον πόνο του καλλιτέχνη;Aν η δημιουργία σε βυθίζει σ'έναν κόσμο μακριά απ΄τους άλλους ανθρώπους,για να αναδυθείς μετά ξέπνοος στην επιφάνεια και να προβάλλεις την ομορφιά που αναζήτησες στην κατάβαση σου,είναι αρκετό αυτό που παίρνεις πίσω;
Μου ήρθαν στο νου οι λέξεις του Στρίντμπεργκ:Εσύ δεν πήρες τίποτα από εμένα,αντίθετα σκόρπισες πολλά απ'τα δικά σου.Και να γιατί ότι άγγιξες στάθηκε στείρο και χωρίς αξία για σένα.Ίσως αγαπητή μου,αν θέλουμε να 'μαστε λογικοί,σε τούτη τη στιγμή,εγώ είμαι η πιο δυνατή.
Τελικά δεν με πίστεψαν.Έφυγαν ευτυχισμένοι,με την αγαλλίαση που τους προσέφερε η εξομολόγηση της αγάπης.Εγώ κατευθύνθηκα προς την καντίνα,να πιω ακόμα μία pilsner.Δεν ξέρω γιατί,την βρήκα πιο πικρή απ'ό,τι συνήθως.

Wednesday, March 22, 2006

Εξώστης

Λιγομίλητοι και σκυφτοκέφαλοι.Μετρημένοι στη φιλία.Αυτό τούς έδεσε,παρά τις διαφορές τους.
Ο πρώτος,ξένος με οτιδήποτε ελληνικό.Η νοοτροπία,οι συμπεριφορές,το φως.Ασφυκτιούσε.Ήθελε να φύγει για την Αγγλία.Είχε ένα έμφυτο ταλέντο στη γλώσσα.Του πήγαινε,άλλωστε.Έβρισκε τη μουσικότητα μόνο σε αγγλικούς στίχους ποιητών.Και τα τραγούδια που άκουγε περιείχαν μόνο τέτοιους.
Ο δεύτερος,υπερήφανος για την ταπεινή καταγωγή του από ένα μικρό χωριό.Η ελληνική φύση αποτελούσε το κυρίαρχο σκηνικό στις ονειροπολήσεις του.Τον έλκυε το λαϊκό,το πηγαίο.
Τα αγγλικά του,άθλια.Και τι να τα κανε;Ό,τι αγαπούσε περισσότερο,ήταν γραμμένο στη γλώσσα του.
Ακόμα και οι πληγές τους ήταν διαφορετικές.
Μια γυναικεία μορφή,μόνιμα χαραγμένη στον έναν,προσέδωσε αταραξία στη θλίψη του.Τον άλλον,συχνά ξελόγιαζαν υγρά μάτια.Χανόταν για μέρες.Όταν επέστρεφε,ήταν κάποιος άλλος με δύσκολο γέλιο.
Τους ένωνε η αγάπη τους για τη ρούσικη λογοτεχνία.Ο Ρασκόλνικοφ και ο Ραζουμίχιν σε ένα μικρό δυάρι του Κολωνού.
Και ο Μorrissey."I'm glad you 've waited.I'm so glad you 've waited",τους είπε ένα βράδυ στο Ρόδον.Χαμογέλασαν ειρωνικά,τους άρεσε,όμως,αυτό το 'ευχαριστώ'.Γι'αυτούς που μένουν.Και περιμένουν.
Για λίγο οι δρόμοι τους χώρισαν.Συναντιόνταν μέσα σε αναμνήσεις,στις σκοπιές τους.Αrmy dreamers είκοσι κάτι ετών.
Τελικά ο ένας έφυγε.Όχι για την Αγγλία.Λίγα λουλούδια,σκεπασμένα από τη σκόνη της λεωφόρου,τον αποχαιρέτισαν στο ταξίδι του.
Somehow life got shorter.
Και γιατί δεν μπορώ να το γράψω στα ελληνικά αυτό,γαμώ το;

Thursday, March 16, 2006

Brief encounter

Όσο εμείς πιστεύουμε πως μπορούμε να σβήνουμε τα ίχνη μας στον λαβύρινθο της μεγαλούπολης,αυτή χαίρεται να μας διαψεύδει.Συνηθίζει να μας ξεγελά ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη.Το αναπάντεχο ενεδρεύει πίσω από κάθε γωνιά,επιβαρύνοντας τους ζηλωτές των μοναχικών περιπλανήσεων με μια διαρκή ανησυχία.
Εκεί που απολαμβάνεις τη σιωπή,ακούς μια φωνή να καλεί το όνομα σου.Απορροφημένος στην παρατήρηση,η προσοχή σου αποσπάται από ένα χέρι που κυματίζει επιτατικά για να σε χαιρετίσει.Στρίβεις στο επόμενο στενό και σκοντάφτεις επάνω σε κάποιον που ξέρεις.
Παιδικός φίλος,παλιός γνωστός ή περασμένος έρωτας.Πρόσωπα τα οποία έχεις ξεχάσει ή απωθήσει στο πίσω μέρος του μυαλού,έρχονται να σου θυμίσουν την ύπαρξη τους.Διεκδικούν μια θέση στο παρόν σου.Και ό,τι έδιωξες κάποτε απ'την πόρτα,μπαίνει τώρα απ'το παράθυρο.
Αγαπημένα πρόσωπα,αγαπημένα μάτια,έρχονται σαν τα κύματα και αφήνουν κατακάθια.
Μπορεί,άραγε,ο κρύος ντελβές,μόνο για λίγες στιγμές,να γίνει ξανά καϊμάκι που ζεματίζει;Και όμως γίνεται.
Λίγες κουβέντες,αδέξιες,χωρίς τη δραματική κορύφωση που ίσως χαρακτήριζε παλιότερες συναντήσεις.
Μόνο ηρεμία και ευγένεια.Απόσταση που κρύβεται πίσω από το πολιτισμένο.Και μια απροσδιόριστη λύπη να σε ομορφαίνει.
Ο χρόνος διαστέλλεται ασυναίσθητα,πώς θα ήταν άλλωστε δυνατό να χωρέσει τόση αμηχανία σε λίγα λεπτά;
Τα πάντα πάνω σου σε μαρτυρούν.Ρούχα,εκφράσεις,βλέμμα αναζητούν τους κήνσορες της πορείας σου,της ζωής σου.
Όταν οι δρόμοι χωρίζουν ξανά,νιώθεις ανακουφισμένος.Ελαφρύς.
Ή μόνο άδειος.

Thursday, March 09, 2006

Κονιάκ και συμπάθεια

Συνηθίζω να μη διαβάζω τις στατιστικές,πιστεύοντας πως δε μου λένε κάτι ουσιαστικό.Ασφαλώς και παρέχουν χρήσιμη πληροφόρηση για την εξαγωγή συμπερασμάτων αλλά εγώ τις παραβλέπω.Ακόμα και όταν δεν ελλοχεύει η αμφισημία στην ερμηνεία τους,παραμένουν ένα πλήθος από άψυχα νούμερα,θεατές σιωπηλοί απ'τη θέση του σημαίνοντος.
Κατεβαίνοντας για το τριήμερο στο χωριό μου,το βρήκα έρημο.Τα λιγοστά νέα παιδιά έφυγαν για την κοντινή Πάτρα ή το κλεινόν άστυ,γυρεύοντας μια καλύτερη τύχη.Ελάχιστοι φίλοι απέμειναν.
Το μονίμως βροχερό Μεσολόγγι θα μπορούσε να είναι μια πόλη του αγγλικού Βορρά,κινηματογραφημένη απ'τον Κεν Λόουτς.Μόνο που οι συμπαθείς ανθρακωρύχοι και βιομηχανικοί εργάτες δίνουν τη θέση τους σε αγρότες.Δεν έχει σημασία.Η αγωνία της επιβίωσης δεν διαφέρει καθώς αποτυπώνεται στα σκοτεινιασμένα πρόσωπα,το ίδιο ανήσυχα ανάβει το τσιγάρο στα ροζιασμένα δάχτυλα.
"Κάτσε να σε κεράσουμε ένα ποτηράκι κονιάκ" μου φωνάζουν,μόλις μπαίνω στο καφενείο."Για να ζεσταθείς".
Μετά βίας τα βγάζουν πέρα.Και όμως,επιμένουν να τους χαρακτηρίζει μια άδολη γαλαντομία,μια οξύμωρη αρχοντιά.Και μόνο αυτή φτάνει για να με ζεστάνει.
"Εντάξει,αλλά τα δεύτερα,δικά μου"
Βρίσκονται σε απόγνωση,το βλέπω,έχουν κοπεί οι επιδοτήσεις για την καπνοκαλλιέργεια,αναγκάζοντας πολλούς να δώσουν τα χωράφια τους,κάνοντας αλλού μεροκάματα,τα οποία είναι πολύ χαμηλά.
Αισθάνονται άσχημα να μού μιλάνε για τα προβλήματά τους αλλά όπως έγραφε ο Καστοριάδης:"Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μιλάει εν ονόματι της εργατικής τάξης,παρά μόνο η ίδια η εργατική τάξη.Όταν λοιπόν ένας πολιτικός μιλάει εν ονόματι της εργατικής τάξης πρέπει να ξέρουμε πως είτε απατά είτε απατάται.Τρίτος όρος δεν υπάρχει".
Δεν γνωρίζουν τον Καστοριάδη,όπως επίσης δεν γνωρίζουν τι επιφυλάσσει το μέλλον.Συνεχίζουν,πάντως,να είναι αισιόδοξοι και πρόθυμοι να χαρούν μαζί με φίλια πρόσωπα.
Η δεύτερη γύρα καταφτάνει γρήγορα στο τραπέζι.Σπονδή σε μια ευγένεια δίχως φτειασίδια,σε μια οικειότητα που χαλυβδώνεται απ'τα κοινά βιώματα.
Και αυτό το 40% που εκφράζει την περιεκτικότητα αλκοόλ στο κονιάκ,είναι το μόνο ποσοστό που έχει να μου πει κάτι,πέρα από κάθε στατιστική.

Friday, March 03, 2006

Tattoos of tears

Ακούγοντας απόψε τον Κωσταντίνο Βήτα(χωρίς νι,όπως και ο Χατζόπουλος)θυμήθηκα μια παλιά συνάντηση μας.Παραφωνία,όπως πάντα,στις παννυχίδες,μού μιλούσες για τον πόνο,την πιο εγγενή στην ανθρώπινη φύση,κατάσταση.Δεν έδινα σημασία στα λόγια σου,τα αντιμετώπιζα ως φερέοικα ανάμεσα σε επίπλαστες τραγικότητες,αιχμαλωτισμένα στη σαγήνη μιας maudite περσόνας.
"Και όμως",συνέχισες,"οι πιο έντονες στιγμές μας είναι αυτές που σημαδεύονται από μια αλγεινή αίσθηση.Αποχαιρετισμοί,απώλειες,χωρισμοί.Ακόμα και στη χαρά ενυπάρχει ο πόνος.Ίσως γιατί υποσυνείδητα αντιλαμβανόμαστε το λίγο που αυτή διαρκεί.Το παροδικό και φευγαλέο αφήνει ένα αίσθημα μοναξιάς,μια ανείπωτη πικρία"
"Και ο έρωτας";
"Ο έρωτας μάς κάνει ευτυχισμένους,μας κάνει να υποφέρουμε",απάντησες,παραφράζοντας τη ρήση του Τρυφώ για τον κινηματογράφο.
Βλέποντας,αργότερα,την ταινία ενός αγαπημένου μας,με την κάμερα να γυρίζει με τέτοιο τρόπο στα πρόσωπα ώστε να αναφωνήσω:"Θεέ μου,πόσο λατρεύει τους ανθρώπους",εσύ χαμογέλασες.Όταν σου είπα πως κασαβέτι σημαίνει θλίψη,με ύφος αυτάρεσκο μού δήλωσες πόσο χαζός ήμουν για τη δύσπιστη κριτική στη μελαγχολική σου πρόζα.
Μπορεί και να έχεις δίκιο,όπως και να ΄ναι,όντας ανίκανος στα δάκρυα και στην ποίηση,χαίρομαι τα υγρά μάτια,ακόμα και όταν θαμπώνουν μην αντέχοντας τη θέα της τόσης ομορφιάς.Ακόμα και όταν δεν καταλαβαίνεις πως το ρίγος οφείλεται,όχι μόνο στον πυρετό αλλά και στην ευτυχία.
"Πες μου πού πηγαίνεις μόνος,μοιάζει με χαρά ο πόνος,σα γεράκι μεσ'στα
πάρτυ,ψάχνεις για αγάπη"συνεχίζει να τραγουδάει ο Κ.Β.
Μάλλον αυτός συμφωνεί μαζί σου.
Εγώ,δεν ξέρω.Είπαμε,είμαι χαζό παιδί.

Saturday, February 25, 2006

Ούτε ο κούκος,ni une hirondelle

Τις λίγες μέρες που κατέβαινε ο αδερφός μου από τη Θεσσαλονίκη,όπου σπούδαζε,τις αφιέρωνε σ'αυτήν την πόλη που σαν μια ερωμένη την οποία εγκατέλειψες,εξακολουθεί να σε περιμένει για να σου χαρίσει όλη τη θέρμη της στοργής της όταν επιστρέψεις.Και θυμάμαι πάντα να εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στους άγνωστους γεωπόνους για τη σοφία τους.Αυτή που τους οδήγησε να ρίξουν στο αττικό χώμα,τους σπόρους της νεραντζιάς.
Τους ευχαριστώ και εγώ γιατί είναι το μεθυστικό άρωμα των ανθών της που μου φέρνει την Άνοιξη.Η ντελικάτη ευωδιά κάνει τη μύτη μου να τρελαίνεται τις βραδινές ώρες,καθώς μπορώ πια να ξεχνιέμαι στο μπαλκόνι,κοιτάζοντας όλους αυτούς που έκρυβαν οι κατεβασμένες γρίλλιες,ακούγοντας καθαρά τα χαρούμενα γέλια,τα λουσμένα από τις φωταψίες.
Είναι το ίδιο άρωμα που συντροφεύει τις βόλτες μου με το ποδήλατο καθώς ένα μεγάλο κομμάτι του ουρανού ανοίγεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου για να μου θυμίσει πόσο αγαπώ αυτή την πόλη.
Με έχει κουράσει το κλείσιμο στο καβούκι τους τελευταίους μήνες.Η μόνη παρέα μου,τα βαριά ρούχα,τα τραγούδια και κάποια βιβλία.Οι φίλοι μου,δηλαδή,που φοράω κατάσαρκα ή στη ψυχή.
Άντε λοιπόν,καλώς να κοπιάσει ξανά η Άνοιξη.Να γλυκάνουμε λίγο.
Να ερωτευτούμε και πάλι.

Thursday, February 23, 2006

Ηθοποιός σημαίνει φως;

Όσοι από εμάς κάνανε συστηματικές κοπάνες απ'το φροντιστήριο των συγχρωτισμών,προδιδόμαστε αργότερα στις κοινωνικές συναναστροφές.Εάν και εφόσον ετεροκαθοριζόμαστε,αν είναι η κρίση των τρίτων που έχει σημασία,τότε η γνώση των ξεσκολισμένων θα ήταν χρήσιμη σ'αυτό το σημείο.
Αισθάνομαι πως η αναγνώριση και η παραδοχή των άλλων ως ζητούμενο,σηματοδοτούν το χτύπημα της κλακέτας για να ξεδιπλωθεί παραχρήμα το υφέρπον υποκριτικό μας ταλέντο.Θεατρινισμοί,φληναφήματα,φενακισμοί.Δύσκολα επιτρέπουμε στους άλλους να μας δουν κατάματα και πιο δύσκολα χαρίζουμε εμείς το μικροσκόπιο που λέγεται εξομολόγηση.
Και όμως,αν και η μόνη που λυτρώνει,έστω για λίγο,αντ'αυτής επιλέγουμε να υποδυθούμε ένα ρόλο ώστε να είμαστε σίγουροι πως δεν θα μας αναγνωρίσουν.Η επίφαση θάλλει,το είναι και το φαίνεσθαι αποκαλύπτονται μέσα από χειρονομίες,χρωματισμούς της φωνής και βλέμματα.
Το μύχιο του εαυτού μας μένει καλά κρυμμένο στο σκοτάδι και όταν το "σώπα και εγώ θα καταλάβω" δεν έρχεται ποτέ,φοράμε το προσωπείο μας και ετοιμαζόμαστε για την παράσταση που αρχίζει.

"Φώτα παρακαλώ"!

Sunday, February 19, 2006

Μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου

Η στεντόρεια φωνή ήρθε,έξαφνα,να ταράξει τη συνηθισμένη ησυχία του δρόμου,αναγκάζοντας μας να στρέψουμε το βλέμμα στο σημείο απ'όπου ακούστηκε.Ένας γενειοφόρος άνδρας ντυμένος με κουρέλια,χειρονομώντας αδιαλείπτως και σκορπίζοντας αφειδώλευτα νεύματα,μιλούσε με πάθος σε ένα αόρατο ακροατήριο.Περπατούσε χωρίς να δίνει σημασία σε όσα συνέβαιναν δίπλα του,ήταν ψυχή τε και σώματι δοσμένος στη διάλεξη του και στους ακροατές της.
"Πάει,ξέφυγε αυτός"φώναξε ένας ψηλέας με ασύμμετρο πρόσωπο,κάπως επιδεικτικά,για να ανιχνεύσει στον περίγυρο τις επιδοκιμασίες στην παρατήρηση του.Κυρίως τον έκαιγε η προσμονή της συναίνεσης μιας τρυφερής ύπαρξης που στεκόταν παραδίπλα και απορημένη κοίταζε,μαζί με τους άλλους περαστικούς,τον παράδοξο κήρυκα.Αναρωτήθηκα αν αντί γι'αυτή την άκακη,αλαφροϊσκιωτη φιγούρα αντίκριζε την έξαψη ενός Ραγκόζιν,τα γυρισμένα μυαλά που τελούν 'εν βρασμώ ψυχής' ή που υποβάλλουν τα διαπιστευτήρια της δαιμονικής φύσης θα εξακολουθούσε η ανάλγητη στωμυλία ή θα έδινε τη θέση της σε λυμένα γόνατα;
Ο ξεχωριστός,μέσα στην έκσταση του,ντελάλης με έκανε να αναλογιστώ τις φορές που έχω συλλάβει τον εαυτό μου να υποτονθορύζει ασυνάρτητες σκέψεις,να πρωταγωνιστεί σε μια φανταστική σεκάνς που ο ίδιος φιλμάρει,κρατώντας,από ένα σενάριο που μεταγράφεται ακατάπαυστα,τις πιο αβανταδόρικες ατάκες,τις οποίες κοινοποιεί ασυναίσθητα σε άλλους περιπατητές.
Όμως αυτός ο παρεκβατικός χαρακτήρας του προσωρινά κλονισμένου θυμικού,δεν μπορεί να μου αποκαλύψει τι είναι αυτό που κόβει άπαξ και δια παντός το λεπτό νήμα της λογικής.Πόθεν προέρχεται το ισχυρό πλήγμα που αναγκάζει τον ψυχισμό να γλιστρήσει σ'έναν κόσμο απροσπέλαστο απ΄τον ορθολογισμό μας.Τι φως,τέλος πάντων,φέγγει στην καρδιά και το μυαλό αυτών των ανθρώπων;
Ένας ένας ξαναπήραμε το δρόμο μας,ο ρακένδυτος άνδρας άρχισε να ξεμακραίνει ώσπου η φωνή του έσβησε απ'τα αυτιά μας.
Μόνο οι μορφές οι χαραγμένες στο σαλεμένο του μυαλό,συνέχισαν να στέκουν ακόμη και να τον ακούνε.

Thursday, February 16, 2006

While my guitar gently weeps

Ανέκαθεν με χαρακτήριζε μια ασχετοσύνη όσον αφορά στη μουσική και δυστυχώς αυτή παραμένει έως σήμερα.Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι μουσική σπάνια ακουγόταν στο σπίτι και κυρίως ως συνοδεία κατά τη διάρκεια των γευμάτων.Αλλά και όταν συνέβαινε αυτό,περιοριζόταν στα αρχοντορεμπέτικα και στα κλαρίνα.Τα πρώτα δεν μου αρέσουν,τα δεύτερα ευχαριστιέμαι να τα ακούω στα πανηγύρια,στο χωριό μου.Όταν κάθομαι νυχτιάτικα στην αυλή και τα ακούω από μακριά,σαν απόηχο μιας γιορτής που σβήνει,σαν ένα παράπονο που το ακούς μαζί με τα αηδόνια στα ασημένια κλώνια.Αλλά στο σπίτι έμοιαζε κίβδηλο,παράταιρο.
Το μέγεθος της ασχετίλας μου ήταν τέτοιο που σε ερωτήσεις σχολικών λευκωμάτων σχετικά με το αγαπημένο μας τραγούδι εγώ απαντούσα ανερυθρίαστα,τα "παπάκια"!
Ώσπου ένα καλοκαίρι,παραθερίζοντας στο χωριό της μάννας μου,λίγο μετά το Δημοτικό,άκουσα μια κασέτα που είχε γράψει το ξαδερφάκι μου απ'τον ραδιοφωνικό σταθμό του Δοξάτου,ένα αφιέρωμα στα καλύτερα ροκ άλμπουμ όλων των εποχών.Το άλμπουμ που περιείχε το τραγούδι που δανείζει το όνομα του σ'αυτό το ποστ,δεν είχε τίτλο,ήταν απλά "το λευκό άλμπουμ".Αυτό με βόλευε πολύ γιατί μια άλλη παράμετρος της ασχετοσύνης μου ήταν η αδυναμία να θυμάμαι ονόματα και τίτλους.Προσπαθούσα να δώσω στους άλλους να καταλάβουν, ποιον καλλιτέχνη εννοούσα,με περιγραφικό τρόπο,ή να τους θυμίσω ένα τραγούδι,πιάνοντας τον ρυθμό.Εγώ,ο πιο φάλτσος και απ'τη μενεξεδιά.
Με το πρώτο άκουσμα,έμεινα αποσβολωμένος.Δεν έμοιαζε με τίποτε απ'όσα είχα ακούσει μέχρι τότε(τα ελαχιστότατα,έστω).Αν και βρισκόμουν σε μια τρυφερή ηλικία όπου δεν είχα ανακαλύψει τη χαρά του σεξ,ωστόσο οι σπασμωδικές και κοφτερές νότες της κιθάρας μού έρχονταν σαν κύματα πόθου που πλημμυρίζει δυο κορμιά καθώς κινούνται ρυθμικά,παραδομένα στην απόλαυση της ηδονής.Άκουγα ξανά και ξανά τη λειωμένη κασέτα.Αυτό το συγκρότημα και ένας άλλος τροβαδούρος,ο οποίος είχε πάρει το όνομα του από έναν Ουαλό ποιητή,υπήρξαν αποκάλυψη για μένα.Ίσως γιατί η απειροελάχιστη πληροφόρηση προερχόταν απ'τα κοριτσίστικα κόμικς που αγόραζαν οι ξαδερφές μου,όπου η μουσική ενημέρωση περιοριζόταν στην κριτική της φράντζας του τάδε τραγουδιστή ή στα περιοδικά των μεγαλύτερων ξάδερφων μου,με κάτι μαλλιάδες στο εξώφυλλο,όπου και εκεί το μόνο που διάβαζα και καταλάβαινα,ήταν οι τσακωμοί των αναγνωστών από αντίπαλα στρατόπεδα.
Εμένα όμως,με είχε σημαδέψει το ξέσπασμα στο σόλο της κιθάρας,το ιλλιγιώδες γλίστρημα των δαχτύλων πάνω στα τάστα,ο ήχος που έβγαινε σαν σπαρακτική κραυγή.
Τα χρόνια πέρασαν,στα εξώφυλλα των δίσκων δεν υπήρχαν μαλλιάδες,άλλά μπανάνες,κάποιοι παράξενοι Γερμανοί,με πιο παράξενη μουσική,γράφανε τραγούδια για τη ραδιενέργεια,ένας συμπαθής κύριος τραγουδούσε για ένα πράσινο κόσμο,μαύροι με τρομπέτες και σαξόφωνα μετρούσαν τις γουλιές μου,κάθε βράδυ.
Αργότερα με περίμενε το μεθυσμένο πιάνο του τύπου με την αλήτικη βραχνάδα στη φωνή και οι ηλεκτρικοί μονόλογοι ενός μαυροφορεμένου Αυστραλού.Την παρέα συμπλήρωσαν ένας ντροπαλός νέος που χόρευε σαν ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα και ο λιπόσαρκος νεαρός με τα λουλούδια στην πίσω τσέπη του τζην.Δε θυμάμαι το όνομα του,"νόθο γιο της λύπης"τον αποκαλούσε ένα περιοδικό,μάλλον αυτό είναι.
Οψίμως,διασχίζοντας ένα πρωινό το κόσμο,μια καινούρια αγάπη χύθηκε σαν μέλι.Αυτή είχε σαν αποδέκτη τους λιγομίλητους που άφηναν τα ταξίμια να μιλήσουν γι'αυτούς,το μοναχικό "παπάκι" αυτή τη φορά και εκείνο το πανέμορφο κορίτσι που ψιθύριζε για τα μάτια,που και σκοτωμένα ακόμα,αγαπούσαν.Αλλά φοβισμένα.
Ξανακούω τώρα αυτά τα λόγια,αυτή τη μουσική που πρωτογνώρισα στην προεφηβεία μου.Το μαδαρό μου κεφάλι και τα περιττά κιλά μαρτυρούν την αλλαγή που έχει συντελεστεί,όμως η κατάνυξη παραμένει η ίδια.Η παρέα απ'το Λίβερπουλ συνεχίζει να με συγκινεί με το ίδιο πάθος.
(Απ'το διπλανό δωμάτιο έρχεται μια βαριά μυρωδιά και η φωνή των μικρότερων,τώρα,συγγενών μου)-"ξάδερφε τι κομματάρες είναι αυτές.Φτειαχτήκαμε με τη μουσική και είπαμε να το σκάσουμε.Ελπίζουμε να μη σε πειράζει"
"Κωλόπαιδα...Ας είναι.Οι παλιοί μου φίλοι σάς περιμένουν στον ουρανό με τα διαμάντια"

Friday, February 10, 2006

Άδεια ποτήρια

Ήταν αργά,περασμένες τρεις.
Κοιτούσε ανήσυχα το ρολόι σαν κάτι να είχε πάει λάθος.
Έβρεχε ασταμάτητα απ'το απόγευμα και έτσι έμεινε μέσα όλο το βράδυ.Έκανε κάποιες μικροδουλειές στο εργένικο της διαμέρισμα,όμως τώρα ο ύπνος δεν ερχόταν.Αν ο προσφιλής της νυχτερινός περίπατος δεν είχε αναβληθεί,θα την αποκοίμιζε η κούραση απ'την πεζοπορία ή τα όμορφα πρόσωπα των περαστικών που θα της είχαν εντυπωθεί στη μνήμη.
Τίποτα απ'αυτά δεν υπήρξε.
Στριφογύριζε στο κρεβάτι της κοιτάζοντας το λευκό ταβάνι.Κάτι την βασάνιζε,ήθελε να μιλήσει σε κάποιον,στον οποιονδήποτε.
Σηκώθηκε,ντύθηκε πρόχειρα και βγήκε στη Λένορμαν να βρει τηλέφωνο.Το περίπτερο ήταν κλειστό,ευτυχώς όμως πιο πέρα είδε ένα καρτοτηλέφωνο που λειτουργούσε.Έψαξε στο παλτό της,βρήκε μια τηλεκάρτα και άρχισε να πληκτρολογεί ένα-ένα τα νούμερα.
Στο τρίτο ψηφίο σταμάτησε,δεν ήξερε πώς να συνεχίσει.Αισθανόταν πως δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει,να του πει αυτά που την έπνιγαν.
Ίσως μόνο ο έρημος δρόμος μπορούσε να καταλάβει.
Ξαναπροσπάθησε,όμως πάλι δίστασε.
Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα έτσι,ακινητοποιημένη με τα δάχτυλα της να ακουμπάνε ανεπαίσθητα τα πλήκτρα.
Προτού κρεμάσει το ακουστικό,οι λυγμοί της δεν την άφησαν ποτέ
ν'ακούσει το βούισμα του.
Την ξέρω χρόνια,δεν έτυχε όμως να μου αναφέρει το περιστατικό,παρά μόνο πρόσφατα,όταν στη διάρκεια μιας κουβέντας που είχαμε,και ενώ τα πίναμε,τη ρώτησα πώς γίνεται να είναι τόσο αυτάρκης,να δείχνει άτρωτη και απρόθυμη να ανήκει κάπου και να μοιράζεται.Από που αντλούσε τη δύναμη να υπομένει το μονήρη βίο της;Υποψιάζομαι πως αν δεν ήταν το αλκοόλ που της έλυσε τη γλώσσα και η κοινή μας αγάπη γι'αυτό,δεν θα μου φανέρωνε τίποτα."Τι μου θύμισες τώρα,μάτια μου.Ορκίστηκα να μην το ξαναπεράσω,άντε τώρα στην υγειά σου"μου είπε καθώς αδειάζαμε το τέταρτο ποτήρι απ΄το πεπαλαιωμένο Jameson.
Ξαφνικά ένιωσα μια απέραντη στοργή γι'αυτή τη νεαρή γυναίκα,τη φαντάστηκα να στέκεται ολομόναχη μέσα στη νύχτα,λίγο πάνω,λίγο κάτω απ'τα είκοσι,παραδομένη στη δυνατή νεροποντή και μόνο αυτό που κυλούσε κάτω απ'τα μάτια της,δεν ήταν οι σταγόνες της βροχής.
"Στην υγειά σου και σε σένα,καλή μου φίλη"

Monday, February 06, 2006

Τα κομπιουτεράκια

Όταν η κλεψύδρα αρχίζει να λιγοστεύει,η Λογιστική κολλάει ένσημα.Νοερά ισοζύγια και φανταστικά καθολικά καταμετρούν τα κέρδη και τις χασούρες μας,τις επιτυχίες και τα λάθη,τις απώλειες,τις πληγές.
Μόνο που εδώ δεν χωρούν διορθώσεις και αντιλογισμοί.Ό,τι γράφει,δεν ξεγράφει.Αν και άυλα τα μεγέθη,βρίσκουν τον τρόπο τους να αποτιμηθούν:τετραγωνικά μέτρα σπιτιών,κυβικά εκατοστά για αυτοκίνητα,μηδενικά σε βιβλιάρια καταθέσεων,άδεια μπουκάλια και γεμάτα τασάκια,νύχτες αγρύπνιας.
Ο χρόνος είναι κοινός παρονομαστής όμως διαφορετικά μετρούν τα δάχτυλα απ'τους άβακες και αυτοί από τις αριθμομηχανές.Τα χρόνια που περάσαμε σκυμμένοι πάνω από κιτρινισμένα βιβλία,οι φορές που ξημερωθήκαμε δίπλα σε πάλλευκα γυναικεία κορμιά,οι άχαρες μέρες που οι φίλοι μας τις έκαναν υποφερτές,οι ώρες αναμονής έξω από μαιευτήρια.Ο καθένας από μας,προσδιορίζει τη βαρύτητα και τα στοιχεία που συμπληρώνουν τη λίστα του.Ανόμοια περιστατικά,ξεχωριστές καταστάσεις και διαθέσεις που σαν κομμάτια ενός παζλ,ενώνονται κάποια στιγμή για να σχηματίσουν μια εικόνα-τη δική μας.
Άραγε όταν έρθει εκείνη η ώρα θα μπορέσουμε να αντικρίσουμε το νούμερο που θα φανεί στη σούμα ή θα βρεθούμε στη θέση του αμνησιακού Τσάκωνα:"Έξι χρόνια στο δημοτικό και έξι χρόνια γυμνάσιο και λύκειο..."

Saturday, February 04, 2006

Και,μνήμη,ό,τι μπορείς φέρε μου πίσω απόψε

"Κυψελάκι" λέγεται το μικρό μαγέρικο στον λόφο,απέναντι απ'το παλιό τζαμί και ο μικρός Χρήστος καθόταν πίσω απ'την Νανά στον κινηματογράφο που είχε το ίδιο όνομα,την έβλεπε να χαμογελάει και ήξερε πως ήταν ερωτευμένος,όπως ήξερε πως μία είναι η ομάδα-ο Παναθηναϊκός.Όμως τώρα έβλεπε μόνο τη Νανά που γύριζε προς τα πίσω και τον κοιτούσε και αυτή,τα βλέμματα τους αντάμωναν,τα ματιά δυο παιδιών που είναι ευτυχισμένα χωρίς να ξέρουν γιατί,εγώ ξέρω ότι ο έρωτας είναι δυστυχία,τα παιδιά όμως δεν το γνώριζαν αυτό,στο "κυψελάκι"όλα ήταν ωραία ,οι μεγάλοι που παρακολουθούσαν την ταινία δεν έβλεπαν τα δυο παιδιά,τι να καταλάβαιναν άλλωστε,ακόμα και ο Γιάννης με τη Ρέα που στέκουν πιο πίσω δεν μπορούσαν να καταλάβουν,ούτε βέβαια και τα ίδια γιατί το "κυψελάκι" δεν είχε γκρεμιστεί ακόμα,γιατί δεν ήξεραν πως θα πήγαιναν χωριστά διακοπές και δεν θα αντάμωναν ξανά,γιατί και οι φωνές των ηθοποιών δεν αντηχούσαν σαν μια παλιά,ξεχασμένη μελωδία.
Βλέπω τώρα το μικρό τσιγγανάκι να τριγυρνάει μόνο του στη μικρή πλατεία των Μεταξάδων,η μάννα του το φωνάζει να γυρίσει στο σπίτι,διαλύοντας τη μεσημεριάτικη ησυχία,ο μικρός με κοιτάζει και φεύγει χωρίς να μου πει τελικά το όνομά του.
Είναι ωραία εδώ,στην εσχατιά της Ελλάδας,δυο βήματα απ'τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα,φυσάει δυνατά,ο αέρας παρασέρνει τις λέξεις στο γράμμα,με πλησιάζει μια γιαγιά και με ρωτάει τι κάνω εκεί.Ούτε και 'γω ξέρω τι γυρεύω σ'αυτό το ακριτικό χωριό το γεμάτο ρημάδια,το άδειο από φωνές.
Θέλω να φάω κάτι γλυκό,όμως το παλιό παντοπωλείο με την επιγραφή:"Γενικόν Εμπορικόν-η Ελβετία" είναι κλειστό.Συνεχίζω το γράμμα για τους δικούς μου στην Αθήνα,ο άνεμος δυναμώνει την αντίσταση του στο στυλό,σημειώνω τις λιγοστές αράδες στο χαρτί καθώς ονειρεύομαι τους φίλους μου,το σπίτι μου στην Ακαδημία Πλάτωνος,το πρόσωπο της μπέμπας,δεν γράφω για άγονους έρωτες και για αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες,
γράφω για τη ζωή,για την πλάνη της,
γράφω για σένα και για μένα.

Διδυμότειχο,1998
(πέντε χρόνια πριν,έφυγε ο Χρήστος Βακαλόπουλος)

Thursday, February 02, 2006

Ασθενείς και (συν)οδοιπόροι

Σάββατο βράδυ,ανοίγουνε στο δρόμο σα λουλούδια οι
απλές καρδιές,παθητικά ν'ανέβουνε τραγούδια..
Αν αυτό ισχύει,τότε every day is like Saturday.Και η απόφαση μου να εκμεταλλευτώ τα οφέλη της χθεσινής σχόλης μετατράπηκε αυθωρεί σε δίλημμα:Ή κάποιο από τα λιγοστά βιβλία μου θα επαναπροσδιόριζε τη χαμένη αίσθηση της αφής ή ο λιωμένος δρόμος θα υπέμενε τα βήματα ενός ακόμα διαβάτη,καθώς και το μοναχικό του,φάλτσο τραγούδι.Η ζυγαριά έγειρε προς τη μεριά του πρώτου.Σ'αυτό συνέβαλλαν,το δίχως άλλο,τα κιλά σκόνης που έχουν σκεπάσει τα εξώφυλλα των βιβλίων.
Στο βιβλίο του R.Heilbroner-"Οι φιλόσοφοι του οικονομικού κόσμου"ξανασυνάντησα παλιούς γνωστούς από τα πρώτα εξάμηνα(Smith,Ricardo,Keynes)βρήκα όμως και κάποιους που δεν γνώριζα.Ένας απ'αυτούς,o Thornstein Veblen γράφει κάπου:"Οι κατώτερες τάξεις δεν βρίσκονται στα μαχαίρια με τις ανώτερες:τις ενώνουν οι άυλοι αλλά γεροί σαν ατσάλι δεσμοί των κοινών αντιλήψεων.Οι εργάτες δεν επιζητούν να εκτοπίσουν τα αφεντικά τους,αλλά να τα μιμηθούν.Συμμερίζονται και αυτοί τη γενική αντίληψη ότι η δουλειά που κάνουν είναι κατά κάποιο τρόπο λιγότερο αξιοπρεπής από τη δουλειά των ανωτέρων τους και ο στόχος δεν είναι να ξεφορτωθούν μια ανώτερη τάξη,αλλά να ανέλθουν σ'αυτήν"
Στο ίδιο κλίμα κινείται και ο λόγος του Μπερντγιάγιεφ:"Οι αστικές ιδεολογίες όχι μόνο αποκρύπτουν αυτήν την πάλη(την ταξική) αλλά αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη των τάξεων.Στις αστικο-δημοκρατικές κοινωνίες όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι όσον αφορά τα δικαιώματα.Οι κάστες απώλεσαν τα προνόμια τους,ο φτωχός μπορεί να γίνει εκατομμυριούχος,ο εκατομμυριούχος μπορεί να γίνει φτωχός,από νομική και πολιτική σκοπιά δεν τους χωρίζει καμιά διαφορά...σοβεί μονάχα μια ατομική πάλη,όπου η νίκη στέφει όχι μόνο τον πιο ισχυρό αλλά επίσης και τον πιο χρήσιμο,ως ανταμοιβή κάποιων αρετών".
Δεν ξέρω αν αυτά εκφράζουν ακόμα μιαν αλήθεια,δεν μπορώ να την αντικρίσω πάντως,όχι απόψε.Έτσι θέτω σε εφαρμογή τη δεύτερη επιλογή.
Ντύνομαι βιαστικά,κλείνω την πόρτα και εξορίζομαι στην κεντρική λεωφόρο,νιώθοντας στην καρδιά αιφνίδια καλοσύνη,στα χέρια το παλτό στ'ανεσταμμένο πρόσωπο η σελήνη.Τα πρώτα φώτα έχουν ανάψει στην Κων/πόλεως,η συστοιχία με τις λεύκες φανερώνει την προοπτική του δρόμου,ορίζοντας μια γνώριμη ευθεία γραμμή.Τα τρένα χάνονται γρήγορα απ'τα μάτια μου,τα πρόσωπα των λιγοστών επιβατών περνούν φευγαλέα σαν μια στιγμή που εξαίσια θα λάμψει.
Κάπως έτσι μοιάζουν και οι μορφές των ανθρώπων που έχω γνωρίσει τα τελευταία χρόνια.Πανεπιστήμιο,στρατός,δουλειές.Όλα φαίνονται άυλα και μακρινά.Αν η ζωή του καθενός είναι ένας δρόμος που στην πορεία συναντιέται με άλλους,τότε αυτός ο δρόμος γνωρίζει,δένει,χωρίζει όπως πολύ ωραία το λέει ο φαντάρος στο "Ουρανό" του Τάκη Κανελλόπουλου.
Συνέχισα τη βόλτα μου,απ'το σπιτάκι του ΟΣΕ μου ήρθε το άρωμα του φρεσκοψημένου καφέ.Ο φύλακας δυνάμωσε την ένταση στο μικρό του ραδιοφωνάκι για να ακουστεί η ψιλή φωνή του Τσιτσάνη.
Μακάριοι οι πτωχοί..γενικώς.
Η πολύωρη πεζοπορία μου με οδήγησε στον περιφερειακό του Φιλοπάππου.Με ξεκουράζει αυτός ο δρόμος.Ανάβω ένα τσιγάρο και στέκομαι για λίγο να απολαύσω την ησυχία.Η μόνη μου συντροφιά είναι ο νυχτερινός ουρανός και ο ξεθωριασμένος ήχος της τηλεόρασης από μακρινές πολυκατοικίες.
Στα Άνω Πετράλωνα το σκηνικό άλλαξε(να σημειώσω ότι περνάω πολύ συχνά απ'αυτήν την περιοχή.Τα λιθόχτιστα σπίτια που εξαπίνης με μεταφέρουν στο χωριό μου,περιμένουν τις αμυγδαλιές στον κήπο τους να ανθίσουν,τα ρόδια να γείρουν στοργικά προς το χώμα.Και 'γω το ίδιο,περιμένω μαζί τους).
Πιο κάτω ολοφώτιστα ταβερνεία και μισοσκότεινα μπαρ βρίσκουν το κοινό τους σημείο στις φωνασκίες που τα αναστατώνουν.Σαν το σκυλί που αλυχτάει έξω απ'το συφοριασμένο σπίτι στέκει ο μπεκιάρης μπροστά στις ανοιχτές πόρτες που προδίδουν τον ήχο του γέλιου,το τσούγκρισμα των ποτηριών,τη μέθεξη στον καημό ενός τραγουδιού.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο,η διάχυτη συντροφικότητα ή η γλυκερή ευδαιμονία.Σε κάθε τέτοια ομήγυρη συνήθως αναβάλλονται επ'αόριστον οι σκοτούρες,η αγωνία της καθημερινότητας αντικαθίσταται από αυτοσχέδια επιθεωρησιακά νούμερα που μόνο η ομοτράπεζη σύμπνοια ξέρει να σκηνοθετεί.
Κάτω απ'την ίδια στέγη συναγελάζονται λογιών-λογιών τύποι.Εκτός από τους εύπορους αστούς που αναζητούν το αυθεντικό ή ίσως το λιγότερο ξεζουμισμένο lifestyle και τους κουλτουριάρηδες υπάρχουν υποσχόμενοι φοιτητές,κουμαρτζήδες απ'τους διπλανούς καφενέδες,άνθρωποι του μεροκάματου,λαϊκοί άγιοι που η απλότητα φέγγει στο πρόσωπό τους σαν καντήλι.Θιασώτες της καλοπέρασης,ξορκίζουν την ανέχεια με τη δαψίλεια των πιάτων.Το πενιχρό για πολλούς εισόδημα αναλώνεται σε ένα μεγάλο μέρος για φαγητό,αν αυτό είναι και πασπαλισμένο με παρεϊστικη διάθεση,καθίσταται νοστιμότερο.Παρ'όλα αυτά εξακολουθεί να παραμένει ένα ανησυχητικό σημάδι των καιρών.
Ίσως να είχες δίκιο ξάδερφε όταν έγραφες:Κακός πολύ ο γλυκός
θάνατος.Στη θάλασσα ανοίγουν τα μάτια,στο μέλι,όμως,τίποτα
.
Η ώρα έχει περάσει,είναι αργά σκέφτομαι την πλήξη μου,όταν δεν πάω πουθενά,όταν δεν κάνω τίποτα*,τα 7,5 ευρώ στη δεξιά κωλότσεπη,το αδίστακτα αμετάβλητο νούμερο στο πινακάκι της ΣΣΕ,το μισοάδειο πακέτο των dunhill,το κρεβάτι μου που θα με υποδεχθεί και πάλι νικημένο.
Οι φωτισμένες καμινάδες στο Γκάζι ορθώνονται πιο πέρα.Ζεστή,αισθαντική φρυκτωρία από ένα ψυχρό,βιομηχανικό χώρο.Τριγύρω οι ίδιοι με τους προηγούμενους άνθρωποι,ενσαρκώνουν αυτό που σημειώνει ο Παν.Κονδύλης-"Όπως ο σύγχρονος καταναλωτής τείνει όλο και περισσότερο να προτιμά την άμεση,έστω και παροδική απόλαυση από την κατοχή διαρκών αγαθών,έτσι και το Εγώ με τις εμπειρίες του δεν γίνεται αντιληπτό ως οργανωμένο Όλο με πάγια περιγράμματα και άμεσα ορατή ιεραρχική διάρθρωση,παρά μάλλον ως αλυσίδα ισότιμων βιωμάτων,τα οποία συναρτώνται μεταξύ τους μάλλον συνειρμικά παρά λογικά".
Είμαι και 'γω ένας απ'αυτούς,τους συμπαθώ,συνεχίζουν να γεύονται τις μικροχαρές,να φλερτάρουν,να ερωτεύονται,να αφήνουν τη ζωή
να κάνει τον κύκλο της.
Ελάτε λοιπόν.Εσείς,που έχετε τη δύναμη και την ομορφιά,εδώ στέκομαι ακόμα.Ξαφνιάστε με.





*Την πλήξη...τίποτα(από κείμενο του Ν.Γ.Ξυδάκη)σε παλιό τεύχος του αθηνοράματος

Οι Αναγνωστάκης,Καρυωτάκης,στέρεο νόβα συνέδραμαν

Tuesday, January 24, 2006

Τα σωφρονιστήρια

Έρχονται μέρες που με πλημμυρίζει μια ανεξήγητη αισιοδοξία και διάθεση για ζωή,άλλες πάλι μοιάζουν να έχουν βγει από τις σελίδες της Plath.Τελευταία οι δεύτερες έχουν υπερκεράσει τις πρώτες και εγώ τις παρακολουθώ,ανήμπορος να κλέψω στη μοιρασιά.Η αρχική ανησυχία των φίλων μου μετατρέπεται σε μια υπαινικτική περιφρόνηση,έτσι τουλάχιστον νομίζω,κάποιες φορές.
Υποθέτω όμως πως η φιλία γνωρίζει να εξυφαίνει αβαργόμιστα τον γερό της ιστό.Έτσι οι προτροπές των οικείων μου να παρατήσω επιτέλους τη μαυρίλα και να χαρώ μαζί τους,θρυμματίζουν τον(φανταστικό)πίνακα του Hopper,στον οποίο νιώθω ότι μετέχω.
Έναν απ'αυτούς τους φίλους μου επισκέφτηκα στον Ευαγγελισμό πριν κάποιες μέρες.Ομολογώ πως αναγκάστηκα να το κάνω διότι,παρά την καλή μας σχέση,με κόπο περνάω το κατώφλι των νοσοκομείων.Απεχθάνομαι τους μεγάλους διαδρόμους με τους ψυχρούς τοίχους,τη μυρωδιά της απελπισίας,την περιρρέουσα διαπίστωση μιας πρότερης ζωής που τώρα απουσιάζει.Ευτυχώς δεν είχε κάτι σοβαρό,μόλις μπήκα στο δωμάτιο χαμογέλασε.Δεν τον θυμάμαι και ποτέ διαφορετικά,άλλωστε."Ευτυχώς που ήρθες"μου είπε η Λένα,η γυναίκα του."Μη τον βλέπεις έτσι,όλη τη μέρα γκρίνιαζε σαν μικρό παιδί".Θέλησα να γελάσω με την οξυδερκή της επίπληξη,δεν μπορούμε να κρυφτούμε από τις γυναίκες μας και τις γυναίκες των φίλων μας,κάτι όμως με εμπόδιζε.Στο διπλανό κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος ένας ηλικιωμένος άντρας που ανάσαινε με δυσκολία.Το πελιδνό του χρώμα(μου ήρθε αμέσως στο νου αυτή η λέξη που είχα πρωτοδιαβάσει στα ρώσικα μυθιστορήματα,μόλις αντίκρυσα το προσωπό του)μου προκαλούσε αποστροφή αλλά εξακολούθησα να κοιτάζω με ένα αίσθημα ασέβειας και μικρότητας μπροστά στους δικούς του ανθρώπους που έστεκαν βουβοί από πάνω του,ανίκανοι να του προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια.Κανένας μορφασμός δεν τάραζε το γαλήνιο πρόσωπο,το βλέμμα παρέμενε άδειο,ο ρόγχος επαναλαμβανόταν ρυθμικά,αναλλοίωτα.
Με την πρόφαση πως θέλω να κάνω ένα τσιγάρο,βγήκα στο μπαλκόνι παρά το τσουχτερό κρύο.Τα φώτα των αυτοκινήτων σκορπίζονταν γλυκά στην κρύα άσφαλτο,τα κορναρίσματα από τη λεωφόρο,σαν τα χτυπήματα της πόρτας στον Μάκβεθ,με επανέφεραν στην 'φυσιολογική διαδοχή των ανθρώπινων μελημάτων'.
Έχοντας σβήσει το τσιγάρο ξαναμπήκα μέσα στο δωμάτιο,αποχαιρέτισα γρήγορα τον φίλο μου χωρίς να κοιτάξω δίπλα και έφυγα βιαστικά.
Τον ξαναεπισκέφτηκα πριν λίγες μέρες,στο σπίτι του αυτή τη φορά.Είχε πάρει εξιτήριο και θέλησα να τον δω.Αγόρασα και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί,μην πάω με άδεια χέρια.Δεν βρήκα την αγαπημένη μου "Νάουσα" που έψαχνα,έτσι πήρα κάτι άλλο.
Ο φίλος μου ήταν μια χαρά στην υγεία του,όπως διαπίστωσα.Οι γιατροί του συνέστησαν να κόψει το ποτό και το κάπνισμα,ξέχασαν να του πουν όμως τον τρόπο,γι'αυτό και δεν ακολούθησε τη συμβουλή τους.
Μου αφηγήθηκε το χρονικό της νοσηλείας του,τα άθλια γεύματα,τους υπερόπτες γιατρούς,τους διάφορους πραματευτάδες που έχουν για μουστερή τον ανθρώπινο πόνο,τους ωραίους ανθρώπους που γνώρισε κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο.Έμοιαζε να τα απολάμβανε όλα αυτά εξίσου και να τα νοσταλγούσε κάπως.Τον ρώτησα για τον ηλικιωμένο κύριο,μου είπε πως πέθανε δυο-τρεις μέρες μετά από τη μέρα της επίσκεψής μου.Στο κρεβάτι του έφεραν εσπευσμένα ένα μεσόκοπο ανθρωπάκι από την επαρχία.
Η Λένα είχε ετοιμάσει φαγητό,μου πρότειναν να καθήσω να φάω μαζί τους.Δέχτηκα με ευχαρίστηση την πρόταση ,ανοίξαμε και το κρασί που είχα φέρει,το βρήκα υπέροχο,και ας μην ήταν ξινόμαυρο.

Sunday, January 22, 2006

Move on now

Είναι το τραγούδι που μου κρατάει παρέα αυτό το πρωινό,
μιας ακόμη θλιβερής Κυριακής.Οι υγρές νότες του πιάνου
είναι η συντροφιά της βροχής,η ζεστή φωνή,η αδυναμία μου να δω πέρα από αυτό που
αισθάνομαι.
Όσο για τον τίτλο,φωνή βοώντος...

Tuesday, January 17, 2006

Ωδή στον άγνωστο παρατρεχάμενο.

Βρίσκονται πάντα εκεί.Ό,τι και αν συμβεί.Έμψυχο σκηνικό ενός έργου που δεν διεκδικεί το σανίδι ή το πανί παρά μόνο τη γαλαζωπή οθόνη.Μακρινοί επίγονοι των πρώτων ηθοποιών του κινηματογράφου,θίασος χωρίς μουσικές εξαίσιες και φωνές.Η περσόνα του ανθρώπου που μιλάει στο μικρόφωνο με τις κάμερες να τον σημαδεύουν,στέκει σαν αυλαία μπροστά τους με αντίστροφη,όμως,λειτουργία.Τα εκφραστικά τους μέσα περιορισμένα,πάντα σε σύμπλευση με τον κορυφαίο της κουστωδίας.Ηλίθια χαμόγελα επιδοκιμασίας,βλοσυρά βλέμματα σκεπτικισμού όταν οι περιστάσεις το απαιτούν,ευσεβής υποτέλεια.
Τα παιδάκια που ανυποψίαστα κρατούν ανθοδέσμες στην πρώτη γραμμή,αισθάνονται το χέρι τους σαν πειρατικό ξίφος που τα ωθεί στην άκρη της σανίδας.Σιωπηλά οικειοποιούνται τον λιγοστό χώρο του φακού,έτοιμοι να προστρέξουν σε οτιδήποτε χρειαστεί και όταν η Μοίρα τούς απευθύνει κάλεσμα να έρθουν στο προσκήνιο,εκστομίζουν δουλοπρεπείς κολακείες,ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους διότι επιτέλεσαν το άχαρο έργο τους με θεάρεστο τρόπο.
Και ύστερα επιστρέφουν στο σπίτι να δουν και να θαυμάσουν στο video αυτό που κάποιοι σιχαθήκαμε.

Saturday, January 14, 2006

...

...(Ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους...)


Από στίχο,νομίζω,του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Wednesday, January 11, 2006

The Kids in the Hall

Πολλές φορές αναρωτιέμαι τί είναι αυτό που μας καθορίζει σαν άτομα.Ποιοί είναι οι παράγοντες που συνεργούν στο κτίσιμο του εαυτού μας;Πάντα πίστευα ότι η πόλη που ζω συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση ενός κάποιου βλέμματος.Αναφέρομαι σ'αυτή όχι μόνο ως τοποθεσία αλλά και ως ένα σύνολο εικόνων και ήχων.
Περπατώντας την,μου δίνεται η εντύπωση ότι για κάποιο λόγο έπρεπε να βρίσκεται εδώ ακριβώς που βρίσκεται,κουβαλώντας όχι μόνο τα σώματα των ανθρώπων που τη διασχίζουν καθημερινά αλλά και τις μνήμες τους,την Ιστορία τους.
Εξ'απαλών ονύχων μετατρεπόμαστε σε πιστούς φύλακες,'την περιφρουρούμε νυχθημερόν έχοντας την αίσθηση του ανέστιου σε κάτι τόσο οικείο'.Κάθε γωνιά της μας γνωρίζει και την γνωρίζουμε.
Αυτός ο δρόμος που χάσκει μπροστά σου σε είχε πρωτοσυναντήσει ως φοιτητή που ένιωθε το αίμα του να κυλάει ορμητικά στις φλέβες,ο μισοάδειος τώρα σταθμός σε παρηγόρησε καθώς αποχαιρετούσες αγαπημένα σου πρόσωπα,σ'αυτό το παγκάκι κάποτε χάραξες ένα όνομα.
Η όψη της πόλης αλλάζει,η ίδια εξαπλώνεται,εξελίσσεται,η μορφή της όμως δε χάνεται από τα μάτια σου.Έχει το δικό της ουρανό,τα δικά της αρώματα,τις δικές σου ιστορίες.
Περνώντας ξανά και ξανά από τα ίδια γνώριμα μέρη που στάθηκαν σιωπηλοί θεατές προσωπικών μου στιγμών,διαφορετικών κάθε φορά,μου έρχεται στον νου ένας υπέροχος,κατά τη γνώμη μου,στίχος των Ήταν,είναι και θα είναι:"το φιλί,το φιλί το τελευταίο πόσο διαφέρει απ'το πρώτο"
Το φιλί ναι,αυτό το παγκάκι όμως...

Monday, January 09, 2006

Επέτειος και απόψε,όπως κάθε χρόνο...

Γενέθλια,λοιπόν,σήμερα.Και τι μ'αυτό;στο χωριό μου,το γεγονός αυτό περνάει απαρατήρητο χωρίς να τύχει ιδιαίτερης μνείας.
Η γιορτή αντιθέτως είναι κάτι.Υμνείται ο Άγιος(και το παγκάρι της Εκκλησίας),τιμάται το όνομα σου που ούτε καν ξέρεις τι σημαίνει
και ίσως να μην σου άρεσε ποτέ,ενώ τα γενέθλια δεν σημαίνουν τίποτα
εκτός απο μια υπενθύμιση του χρόνου που περνάει,ένα γλυκόπικρο τσεκάρισμα.Σήμερα μόνο,την παράσταση κλέβει ο διαβατάρης,αφήνοντας με
να τον κοιτάζω αινιγματικά ώσπου η αμηχανία να αντικαταστήσει αυτή τη γλυκόπικρη αίσθηση.
Και εντελώς μαγικά,με το άναμμα ενός τσιγάρου ή με το κλάμα που βγαίνει καμιά φορά από το ήρεμο πρόσωπο της μικρής ή με το κλείσιμο των ματιών,αργά τη νύχτα,θα έρθει η λησμονιά και θα μελαγχολήσω ή θα ευφρανθώ με το δρόμο που έχω να διασχίσω και όχι μ'αυτόν που άφησα πίσω.
Κάθομαι μουδιασμένος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου,σαν τον κρότο που αφήνουν τα φύλλα,πέφτοντας στο έδαφος,πέρασαν οι γιορτές,διαβάζω τα post αγνώστων ανθρώπων,διακρίνω σ'αυτά διαφορετικό ύφος και ετερόκλητη θεματολογία αλλά την ίδια ευαισθησία.
Η θετικότητα και η ψύχραιμη σκέψη τους είναι η ελπίδα μου,η αθωότητα είναι η "βλασφήμια" τους.Με κάποιους απ'αυτούς αισθάνομαι να με ενώνει μια ψυχική συγγένεια,η ορμή τους μου δίνει δύναμη να συνεχίσω αλλά
έχω και αυτή τη μέρα να μου θυμίζει ότι θέλω να ζήσω,
όχι μόνο μέσα σ'αυτές τις (ιστο)σελίδες.

Friday, January 06, 2006

Rien ne va plus

Τρέφω μια ιδιαίτερη συμπάθεια για τους ανθρώπους που ρισκάρουν,για αυτούς που υποβάλλονται στη δοκιμασία της απώλειας του κεκτημένου,του σίγουρου και του ασφαλούς.Για αυτούς που επιλέγουν το άλμα χωρίς να λογαριάζουν την πτώση.
Αυτή οφείλεται κυρίως στη διστακτικότητα που με χαρακτηρίζει σε αποφάσεις χωρίς ορατά επακόλουθα,στον φόβο μου μπροστά στο αβέβαιο.
Για εκείνους που εφαρμόζουν τη "δημιουργική καταστροφή",το παράτολμο
αποκτά θετική προοπτική.Η εξέλιξη προυποθέτει την αποδόμηση.
Στους καψοκαλύβες,(δανείζομαι τη λέξη απο τον Παπαγιώργη,καθώς εκφράζει
πλέρια και με ευστοχία αυτό που θέλω να πω)οι πράξεις τους προσλαμβάνουν μια ηρωική διάσταση που αναπόφευκτα προκαλεί το θαυμασμό.
Η θεαματική πυρπόληση γεννά την επιδοκιμασία.
Τι γίνεται όμως,όταν το στυλ δεν είναι παρά μια στίλβη που εξασφαλίζει
πρόσκαιρη λάμψη;
Η παράδοση στις φλόγες ενέχει ρομαντισμό,οι στάχτες όχι.
Καλούμαστε να παίξουμε σε ένα παιχνίδι με νικητές και ηττημένους,τους πρώτους περιμένει η αποδοχή και τα εύσημα του κοινωνικού τους περιβάλλοντος,τους δεύτερους ,στην καλύτερη περίπτωση, η συγκατάβαση.
Επομένως τα ριψοκίνδυνα πονταρίσματα δεν έχουν θέση εδώ.Τα χτυπήματα μετριάζονται,υπολογίζουμε πιθανότητες,στιμάρουμε τη βαρύτητα της
πιθανής χασούρας,απαριθμούμε συνεχώς τις μάρκες μας.
Άλλοτε κερδίζουμε,άλλοτε χάνουμε,κάποιες στιγμές ρεφάρουμε,πάντα ελπίζουμε.
Μόνο να γυρίζει η μπίλια.

Monday, January 02, 2006

TV or NOT TV

Δανείζομαι τον τίτλο μιας παλιάς εκπομπής του SevenX η οποία μου είχε προκαλέσει θετική εντύπωση,όχι μόνο για τους έξυπνους διάλογους και τις εύστοχες παρατηρήσεις των παρουσιαστών αλλά κυρίως επειδή τα πρόσωπά τους δεν φανερώνονταν στην κάμερα.Ο χαμηλός φωτισμός και οι παράξενες γωνίες λήψης,από όσο θυμάμαι,καθιστούσαν αδύνατο κάτι τέτοιο.Ο σαρκαστικός λόγος και οι καίριες παύσεις προέρχονταν από άγνωστα χείλη.
Σε μια άλλη εκπομπή,αφιερωμένη στον Ντεριντά,ο Γιώργος Βέλτσος εξέφραζε τη λύπη του επειδή ο συγγραφέας Κωστής Παπαγιώργης δεν είχε αποδεχτεί την πρόσκληση να παραβρεθεί στο studio.
Υπάρχουν άνθρωποι των οποίων τη σκέψη εκτιμώ και απολαμβάνω το χιούμορ τους,τα κείμενά τους με έχουν σημαδέψει,με έχουν διαμορφώσει,έχω συγκινηθεί με τις μελωδίες τους,έχω ταξιδέψει και έχω πονέσει με την ομορφιά των εικόνων που έχουν δημιουργήσει.
Ο Αλέξης Δαμιανός καλλιεργεί τη γη,τα σκίτσα του Αρκά και του Κώστα Μητρόπουλου μιλάνε μόνο με και για τους ήρωες τους,η Πλάτωνος ακριβοθώρητη,αν όχι εξαφανισμένη,το ίδιο και ο Ρέτσος,ο "εχθρός του ποιητή" δεν θα μπορούσε να είναι φίλος του τηλεοπτικού φακού.
Οι αντίθετες επιλογές τους δεν θα μείωναν επ'ουδενί το θαυμασμό μου για αυτούς.Το ύφος δεν υπονομεύεται από το ήθος,τουλάχιστον στη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον δημιουργό και το κοινό(σε μια φιλική ή ερωτική σχέση αυτό μάλλον δεν ισχύει).
Και τελικά δεν ξέρω αν το ήθος απάδει προς τη συμμετοχή στα τηλεοπτικά δρώμενα,αυτό που γνωρίζω θετικά είναι ότι θα μου κακοφαινόταν αν οι πνευματικοί άνθρωποι που υπολήπτομαι,συμφύρονταν με την υπενάντια κάστα
των λακέδων της κάθε εξουσίας,των αυτιστικών κοσμικών,των νοικιασμένων συνειδήσεων που τώρα τελευταία έχουν αποκτήσει έντονα τηλεοπτική υπόσταση και δικηγορούν απο τα παράθυρα,των "σεμνών" καλλιτεχνών που έχουν αναλάβει το ρόλο του εθνοσωτήρα παύλα πνευματικού καθοδηγητή και γενικά των εκφραστών της αμετροέπειας και διαφθοράς που το μόνο πράγμα που διαπράττουν αριστοτεχνικά είναι να ασχημονούν και να διαλαλούν το υπόπτως εκκωφαντικό τους ήθος.
Από την άλλη,αποκαρωμένος από την τηλοψία,λειτουργώ ως ραβδοσκόπος σε αυτό το άνυδρο τοπίο αναζητώντας άκαυτα πρόσωπα,νέες ιδέες και αισθητική,βασισμένη σε αντικειμενική έρευνα δημοσιογραφία,εκπομπές όπου δεν θα στριμώχνονται απλοί άνθρωποι περιμένοντας μοιρολατρικά τον εξευτελισμό τους,κάτι τέλος πάντων που να μου θυμίζει ότι δεν έχουμε απολέσει εντελώς την ακεραιότητα,την ευγένεια και την πνευματικότητα μας.
Παράξενη αντίφαση.

'Ισως το κείμενο αυτό να είναι λίγο άκαιρο,κοντεύω ,όμως να πάθω δυσπεψία αυτές τις μέρες ,όχι λόγω των εορταστικών γευμάτων αλλά εξαιτίας των τηλε-σκουπιδιών που μας σερβίρουν προς κατανάλωση.
Καλή χρονιά σε όλους,παίδες ,με δύναμη και αισιοδοξία(είναι και αυτό το πιανάκι του Paolo Conte που με αρπάζει βίαια από το πληκτρολόγιο).

Saturday, December 31, 2005

Κάτι για σένα

Το όνομά σου σημαίνει κλέος,όμως εσύ δεν ήσουν προορισμένη γι'αυτό,το έβλεπα στο βλέμμα σου.Μάτια γκρίζα,όχι μόνο στο χρώμα αλλά και στην έκφραση.
Πάνε χρόνια τώρα,σε ένα μικρό κουτούκι στο Μεσολόγγι,μεγάλη παρέα με τα αναπόφευκτα πηγαδάκια της,τσακωμοί και συνευρέσεις,ένα τραγούδι ακούγεται:"που να γυρνάς,που να γυρνάς και που τις ώρες σου περνάς".Σε γεμάτα clubs,σε άδεια μπαλκόνια,σε παραλίες,σαν όνειρο στο κύμα,στην Αναφωνήτρια και τον Ταξιάρχη,σε πλατείες και στους δρόμους με συντρόφους
οικοδόμους,φοιτητές.
Ρουφηξιές αργές,σαν την ανάσα ενός ανθρώπου που μιλάει μόνος του τα βράδυα,τα αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει,η ποίηση γράφεται από άρρωστα χέρια,έλεγα εγώ,εσύ δεν έλεγες τίποτα.
Ξαναβρεθήκαμε.Στον πέμπτο όροφο του νοσοκομείου είχα αφήσει τα λουλούδια,το στομάχι μου σφιγμένο,οι καρποί σου ραμμένοι,εγώ δεν έλεγα τίποτα,πήρε ο καθένας το δρόμο του,χαθήκαμε.

Για σένα,λοιπόν,που γυρίζεις συνέχεια πίσω και φανερώνεις την απουσία σου,θα 'θελα να διάβαζες αυτή την αφιέρωση και να χαμογελούσες.

Καλή σου ώρα,όπου και αν βρίσκεσαι.

Saturday, December 24, 2005

Να τα πούμε;

I'm clicking your fingers for a gothic twilight
that actually existed just in your head
your fingernails painted black
or bloodred
I forget

And your fake leather volumes
jabbering on hell
manifest decadence was what you hoped to exhail
your eyes tried so hard to glitter

A star-snuffing black
so you opened your books
and you opened your legs
and so opened your heart
and let in the badness
you claimed
as your friend
with un-angels hovering
like flies around the orchard
that had covered your soul
their empire increasing
and your country
deserted by yourself

The bells of St.Mary call us to remember
that life is with end
and the gestures can kill us
moreover destroy
and there is one judgement only

Your letters came daily
in French or in German
but they meant to me nothing
I caught the slow cords
and dry ice fogging your mind
I see all too clearly now
why you could be discarded
and though I could pray for you
I probably shan't
having had my cup filled up
with your lies
and your make-up
You were nothing
thinking you 're something

And nonetheless I still write
this gothic love song
A sign to my self
and the memory of my past
I still write this gothic lovesong
A sign to my self
and the memory of my past

and a way to shut out your face.

(CURRENT 93-A gothic lovesong).

Πιάνω συνέχεια τον εαυτό μου αυτές τις μέρες να φέρνει στα χείλη μελωδίες και στίχους όπως οι προηγούμενοι,εν είδει καλάντων.
Ας βρεθεί επιτέλους μια πόρτα κλειστή και μια φωνή από πίσω της
να ακουστεί:Tα 'πανε,τα 'πανε.

Ακρυλικά απογεύματα

Καθώς επέστρεφα στο σπίτι μου νωρίς το απόγευμα συνάντησα τυχαία μια παλιά γνωστή,συμμαθήτρια μου από το σχολείο.
-"Χριστίνα";τη φώναξα διστακτικά βλέποντας την να σέρνει ένα καρότσι μωρού ενώ στο δεξί της χέρι κρεμόταν ένα κοριτσάκι.
Φοβόμουν ότι δε θα με γνωρίσει,ο χρόνος μου προσέθεσε κιλά και μου αφαίρεσε μαλλιά.Ξαφνιασμένη γύρισε προς το μέρος μου,όταν με είδε χαμογέλασε με οικειότητα.
-Τι κάνεις,πάνε τόσα χρόνια που δεν έχουμε βρεθεί,τους έχω χάσει όλους από τότε, δεν έχω κρατήσει επαφή ,βλέπεις.Οικογενειακές υποχρεώσεις,μπλεξίματα,προβλήματα,ξέρεις!
Ναι,ξέρω, είπα ασυναίσθητα,ανάθεμα και αν ήξερα,εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα καν να διανοηθώ πως αυτό το petite,mignonne κορίτσι ήταν μητέρα δύο παιδιών.
Δεν ήξερα ότι παντρεύτηκες, είπα κάπως αμήχανα,ζητώντας στη συνέχεια να μάθω λεπτομέρειες.
-Με τον άντρα μου,το Δημήτρη,μάλλον δεν τον ξέρεις,μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά.Κάποια στιγμή τα 'φερε έτσι η ζωή και αποφασίσαμε να παντρευτούμε."Μάλιστα",σκέφτηκα ,θαυμάζοντας τη λακωνική αλλά ουσιαστική αφήγησή της.
Η μικρή έχει τα μάτια σου,της είπα,κοιτάζοντας το wannabe Δημοσθένης Ταμπάκος κοριτσάκι που με παρατηρούσε αμίλητο με ύφος σερίφη του αμερικανικού νότου που συλλαμβάνει μαύρο ,ο οποίος τυγχάνει να είναι κομμουνιστής και ομοφυλόφιλος.
"Εσύ τι έκανες,παντρεύτηκες";η φωνή της Χριστίνας ήρθε να με αποσπάσει από τους γελοίους συνειρμούς μου και να με βάλει σε δύσκολη,πραγματικά,θέση.Πιο άνετα θα απαντούσα σε ερωτήσεις των αιμοδιψών ανακριτών της φωσκολικής Μόρντορ,μπροστά στους οποίους,ακόμα και ο δικαστής Ντρεντ μοιάζει με σχολειαρόπαιδο,παρά σ'αυτό.Προσπάθησα να δώσω μια απάντηση,κάτι οι σπουδές,κάτι η άσχημη οικονομική κατάσταση...Μου χάρισε ένα τρυφερό βλέμμα,σαν να κατανοούσε και ψιθύρισε:Μην ανησυχείς,θα τη βρεις μια μέρα την αγάπη,αρκεί να ελπίζεις σ'αυτήν και να την αναζητάς.
Ανταλλάξαμε ευχές για τις γιορτές και χωρίσαμε.Τους είδα να απομακρύνονται αργά,το μικρό κορίτσι γύρισε και με κοίταξε.Μου φάνηκε οτι χαμογέλασε,σήκωσα τα μάτια μου ψηλά,ο ουρανός ήταν άσπρος σα γάλα.

Monday, December 19, 2005

Όλα είναι δρόμος

Ο οποίος,αντίθετα με τους ανθρώπους,δείχνει πιο σκοτεινός και αφιλόξενος όταν τον αγκαλιάζεις ,όταν το βλέμμα σου απέχει μόλις λίγα εκατοστά απ'αυτόν.Δε ξέρω πως συνέβη,δεν έφταιγε το ποτό,ήταν η θλίψη μου,η όχι και τόσο ακαθόριστη αυτή τη φορά,που με προκάλεσε να μπω με αυτό το τρόπο στη στροφή.Οι αμυχές στο πόδι μου με καίνε,κάτι ζεστό κυλάει στο χέρι μου,δεν είναι όμως αυτά που μου προκαλούν πόνο,αλλά το μουγκρητό της μηχανής που την αισθάνομαι σα να βαριανασαίνει ,πεσμένη δίπλα μου.Στην άσφαλτο χύνεται ένα πορτοκαλί φως που αναβοσβήνει μονότονα,αποτελώντας παραφωνία στον εορταστικό τόνο